Γνώμες Επιτροπής Νομικών Θεμάτων

ΑΚΥΡΩΣΗ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2021

Το ερώτημα είναι: Επί αγωγής προς ακύρωση πλασματικής αποδοχής κληρονομίας( καθώς παρήλθε η αποσβεστική προθεσμία προς αποποίηση των κληρονόμων) λόγω πλάνης, υπαγομένης στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου,(νέας) τακτικής διαδικασίας, προβλέπεται υποχρεωτική διαμεσολάβηση, ως προς το εκ των εναγομένων φυσικό πρόσωπο(λοιποί Ελληνικό Δημοσίο και  ΟΤΑ);

Εκ των διατάξεων των άρθρων 1847 § 1 εδ. α’ και 1850 εδ. β’ 1857 εδ. β’ περ. α`, γ`, δ’ 140,  141 ΑΚ και 18 του ΚΠολΔ, εν συνδυασμώ προς την διάταξη  του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 4640/2019, προκύπτει ότι, επί αγωγής προς ακύρωση πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, οι διάδικοι δεν έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τής μεταξύ τους διαφοράς. Συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά δεν υπάγεται   στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.

Επισημαίνεται ότι η υποχρεωτικότης ή μη της διαμεσολαβήσεως ερευνάται υπό του δικαστηρίου κατά την έρευνα του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής( άρθρο 6 παρ. 1 τελευτ. εδάφ. του Ν. 4640/2019).

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΑΚΥΡΩΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2021

Το ερώτημα είναι: Επί αγωγής ακυρότητος διαθήκης ( μη φερούσης την υπογραφή του διαθέτη ) υπαγομένης στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου,(νέας) τακτικής διαδικασίας, προβλέπεται υποχρεωτική διαμεσολάβηση ή θεωρείται μη αποτιμητή σε χρήμα διαφορά, η οποία δεν απαιτεί υποχρεωτική διαμεσολάβηση;

Εκ των διατάξεων 1719, 1782 του ΑΚ και 18 του ΚΠολΔ, εν συνδυασμώ προς την διάταξη  του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 4640/2019, προκύπτει ότι, επί αγωγής περί ακυρώσεως διαθήκης ή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος αυτής, οι διάδικοι δεν έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τής μεταξύ τους διαφοράς. Συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά δεν υπάγεται   στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

 

ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΥΠΟΘΗΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3/2021

Το ερώτημα είναι: Κατετέθη  στο Μονομελές Πρωτοδικείο αγωγή κατά τη (νέα) τακτική διαδικασία αγωγή περί ακυρότητος εγγραφής υποθήκης ( λόγω μη συνδρομής νόμιμων λόγων), με ασφαλιζόμενο, αναγραφέν ποσό της υποθήκης 35.000 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της υποθήκης, οπότε, εφόσον αυτό υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, απαιτείται υποχρεωτική διαμεσολάβηση ή θεωρείται μη αποτιμητή σε χρήμα διαφορά, η οποία δεν απαιτεί υποχρεωτική διαμεσολάβηση;

Από τον συνδυασμό των άρθρων 1317 έως 1321, 1324,1325, 1327, 1328 και 1329 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η υποθήκη έχει αποσβεσθεί ή η εγγραφή της είναι άκυρη, τότε εξαλείφονται από τα βιβλία υποθη­κών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται από αγωγή που ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον κατά του ενυ­πόθηκου δανειστή. Οι διαζευκτικώς τασσόμενες από το άρθρο 1328 ΑΚ προϋποθέσεις συνιστούν έννομες σχέ­σεις ιδιωτικού δικαίου, η διάγνωση των οποίων δύναται να γίνει μόνον κατά την αμφισβητούμενη διαδικασία σε αντιδικία μεταξύ του έχοντος έννομο συμφέρον προς εξάλειψη της υποθήκης. Η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη  γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση. Κρίνεται ότι η ανωτέρω διαφορά υπάγεται στις προβλεπόμενες στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β)  του ν. 4640/2019  και επομένως υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, καίτοι το αντικείμενο της είναι ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης, καθ’ όσον το τελευταίο στοιχείο δεν αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση. Τούτο  πέραν της  ερμηνείας της σχετικής διατάξεως προκύπτει και από τον σκοπό του νόμου και την θεσμοποίηση της διαμεσολαβήσεως. Γίνεται μνεία ότι τα μέρη έχουν εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς, εάν δε προέλθουν σε συμφωνία επιλύσεως αυτής, τότε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 παρ. 4 του ανωτέρω νόμου η συναίνεση του δανειστή πρέπει να περιβληθή τον συμβολαιογραφικό τύπο.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

"βλέπε συμπληρωματικά και γνώμη υπ' αριθμ.18"

ΑΝΑΣΤΟΛΛΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 4/2021

Το ερώτημα είναι: Εάν – αφ’  ης ο διαμεσολαβητής ειδοποιεί τον αποδεχθέντα τον προτεινόμενο διαμεσολαβητή αντίδικο του επισπεύδοντος μέρους για την διεξαγωγή υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας –  αναστέλλεται αυτόματα και η προθεσμία των 100 ημερών για κατάθεση προτάσεων και β)  εάν αυτή συνεχίζεται (σε περίπτωση διαφωνίας των μερών) από τη σύνταξη πρακτικού μη συμφωνίας και έως τη συμπλήρωση 100 ημερών;

Κατά την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 4640/2019 « Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ..... αναστέλλει ...... τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 του ΚΠολΔ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης» , ενώ κατά την διάταξη την παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου «Οι δικονομικές προθεσμίες της παρ. 1 συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας .....».Βάσει των ρυθμίσεων τούτων στο ανωτέρω ερώτημα, κατ’ αμφότερα τα σκέλη αυτού, προσήκει καταφατική απάντηση. 

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΑΚΥΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 5/2021

Το ερώτημα είναι: Επί αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητος αποφάσεως ΓΣ ανωνύμου εταιρείας( ληφθείσης άνευ  προσκλήσεως των μετόχων), υπαγομένης στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου,(νέας) τακτικής διαδικασίας, απαιτείται διαδικασία υποχρεωτικής διαμεσολάβησης;

Εκ της διατάξεως 180 ΑΚ και 18 του ΚΠολΔ, εν συνδυασμώ προς την διάταξη  του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 4640/2019, προκύπτει ότι, επί αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητος αποφάσεως ΓΣ ανωνύμου εταιρείας, οι διάδικοι δεν έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τής μεταξύ τους διαφοράς, υπό την έννοια, ότι για λόγους δημοσίας τάξεως απαιτείται να απαγγελθή η τοιαύτη ακυρότητα υπό του δικαστηρίου  Συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά δεν υπάγεται   στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ K. OIKONOMOY

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 6/2021

Το ερώτημα είναι: Ο νομικός παραστάτης σε μία υπόθεση επιτυχούς διαμεσολάβησης προσπάθησε να καταθέσει το πρακτικό στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, αλλά η Γραμματέας δεν δέχθηκε να το παραλάβει επειδή δεν είχε υπογραφές των μερών, των παραστατών και της διαμεσολαβήτριας σε κάθε φύλλο του πρακτικού. Ορθώς έκρινε;

Συμφώνως  προς τις  διατάξεις  του άρθρου 8 παρ. 1 περ. στ) και 2 εδαφ.β΄  του Ν. 4640/2019 «     1. Ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό διαμεσολάβησης που πρέπει να περιέχει: … στ) τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη διαμεσολάβηση ή τη διαπίστωση περί μη επίτευξης συμφωνίας.2. Μετά το πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης, το πρακτικό υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους». Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 160 παρ.1 του ΑΚ « Αν ο νόμος ή τα μέρη όρισαν για τη δικαιοπραξία έγγραφο τύπο, το έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη». Η διάταξη αυτή έχει υπ’ όψη της έγγραφο, το οποίο ορίζεται από το νόμο ή τα μέρη ως συστατικός τύπος της δικαιοπραξίας. Στην περίπτωση αυτή, η ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη αποτελεί προϋπόθεση του κύρους αυτής της ίδιας της δικαιοπραξίας και όχι απλώς του εγγράφου της. Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα γραπτό κείμενο αποκτά το κύρος ιδιωτικού εγγράφου δεν εμπίπτουν στο πραγματικό κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλ` αποτελούν αντικείμενο δικονομικής ρυθμίσεως. Στον ισχύοντα ΚΠολΔ δεν επανελήφθη η διάταξη του άρθρου 385 αριθμ. 2 της καταργηθείσης ΠολΔ, που όριζε ότι "τα έγγραφα τότε μόνον έχουν δύναμιν προς απόδειξιν, όταν εκείνα τα οποία δίδουν κύρος εις αυτά, ιδίως δε η υπογραφή, η σφραγίς κτλ, ήναι επιτεθειμένα εις κάθε φύλλον ή όλα τα φύλλα είναι ηνωμένα δια κλωστής.....". Συνεπώς, επί πολύφυλλων εγγράφων αρκεί να εξασφαλίζεται η ενότητα του νοήματος και η συνέχεια του περιεχομένου αυτών, δηλαδή να μην υπάρχουν διαγραφές και να μην είναι τεμαχισμένα, ώστε να μπορούν να διαβασθούν ως ενιαίο όλον, και να καλύπτεται το περιεχόμενό τους από την υπογραφή του εκδότη επί μονομερούς δικαιοπραξίας ή των εκδοτών του επί συμβάσεως, που τίθεται στο τέλος του εγγράφου, όπως ορίζουν τα άρθρα 432 και 443 ΚΠολΔ, χωρίς να είναι αναγκαία (για το κύρος της δικαιοπραξίας και την αποδεικτική δύναμη του εγγράφου) επί πλέον και η υπογραφή όλων των φύλλων τους ξεχωριστά. Σημειώνεται ότι, όπου ο νόμος κρίνει ότι δικαιοπραξίες με περισσότερα φύλλα πρέπει να υπογράφονται στο τέλος κάθε φύλλου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 1733 παρ. 2 ΑΚ, το ορίζει ρητώς.  (ΑΠ  35/2019,680/2003)

Στην περίπτωση που αναφέρεται στο ερώτημα, το πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης – το οποίο υπάγεται στην έννοια του έγγραφου συμβιβασμού, διότι οι προϋποθέσεις ταυτίζονται κατ’ ουσίαν προς αυτές του 871 ΑΚ – νομοτύπως προσεκομίσθη στην Γραμματεία του Δικαστηρίου και εσφαλμένως δεν έγινε αποδεκτό υπ’ αυτής, το μεν διότι έφερε τις απαιτούμενες υπογραφές , το δε διότι η Γραμματεία δεν δικαιούται να ελέγξη το κύρος τούτου

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑΣ ΤΕΚΝΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 7/2021

Το ερώτημα είναι: Είναι σύμφωνη με την ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν. 4640/2019, για την εκτελεστότητα των συμφωνιών που προκύπτουν από τη διαμεσολάβηση, η στην οικεία ληξιαρχική πράξη γέννησης καταχώριση της ονοματοδοσίας τέκνου, με μόνη την προσκόμιση του πρακτικού διαμεσολάβησης από τον ένα γονέα, ή απαιτείται η παροχή έγγραφης επικυρωμένης εξουσιοδότησης  του έτερου γονέα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 14 του Ν. 334/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων», ως επικαλείται το Τμήμα Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών, αρνούμενο να προβή στην τοιαύτη καταχώριση;

Σύμφωνα με το άρθρο 25 ν. 344/1976, «Το όνομα του νεογνού καταχωρίζεται στη ληξιαρχική πράξη της γέννησης ύστερα από δήλωση των γονέων του που ασκούν τη γονική μέριμνα ή του ενός από αυτούς εφόσον έχει έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή». Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στην περίπτωση της συναινετικής ονοματοδοσίας του τέκνου, με δήλωση των γονέων που ασκούν τη γονική μέριμνα αυτού. Αντιθέτως, σε περίπτωση που η ονοματοδοσία συντελείται με έκδοση δικαστικής αποφάσεως - κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Β ΚΠολΔ - ο ληξίαρχος υποχρεούται, κατά δέσμια αρμοδιότητα, να καταχωρίσει τη σχετική απόφαση, άνευ ετέρου και χωρίς άλλες διαδικαστικές προϋποθέσεις, όπως η ανωτέρω. Η δικαστική απόφαση παράγει έννομες συνέπειες έναντι των διαδίκων και των τρίτων, στο βαθμό που διαπλάθει μία νέα έννομη κατάσταση. Η δε διαπλαστική ενέργεια της αποφάσεως γεννά τη δέσμευση του ληξιάρχου να δεχτεί τις πραγματικές διαπιστώσεις, που περιέχονται στο διατακτικό της σχετικής αποφάσεως. Παρέλκει εξ αυτού του λόγου η κατά τα ανωτέρω από κοινού καταχώριση της αποφάσεως πολλώ δε μάλλον η παροχή εξουσιοδοτήσεως από τον ένα γονέα στον άλλο, δεδομένης μάλιστα και της μεταξύ τους αντιδικίας.

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 4640/2019, «Το πρακτικό της διαμεσολάβησης του παρόντος άρθρου αποτελεί, από την κατάθεσή του στη γραμματεία του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου δικαστηρίου, εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ., εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης [...]». Όπως γίνεται δεκτό, ο Νόμος εξομοιώνει τα αποτελέσματα του πρακτικού διαμεσολαβήσεως, που κατατίθεται στην αρμόδια Αρχή (γραμματεία Πρωτοδικείου), με αυτά του πρακτικού δικαστικού συμβιβασμού. Ειδικότερα, το πρακτικό διαμεσολαβήσεως συνιστά έναν sui generis εξωδικαστικό συμβιβασμό, με ισχύ ωστόσο δικαστικού, ως προς την εκτελεστότητα και την κατάργηση εκκρεμών δικών. Πράγματι, πέραν του εκτελεστού χαρακτήρα που αναγνωρίζεται στο πρακτικό διαμεσολαβήσεως, προβλέπεται πλέον η κατάργηση τυχόν εκκρεμούς δίκης, καθώς και το απαράδεκτο επαναφοράς νέας αγωγής με περιεχόμενο ταυτόσημο με αυτό που επιλύθηκε με τη διαμεσολάβηση.

Άλλωστε, γίνεται ορθώς δεκτό ότι το περιεχόμενο του πρακτικού μπορεί να επιφέρει και διαπλαστικές ενέργειες, στο μέτρο που οι κρίσιμοι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου δεν απαιτούν την κήρυξη της διαπλάσεως με δικαστική απόφαση (βλ.π.χ. άρθρο 154 ΑΚ). Η δε επέλευση των διαπλαστικών αποτελεσμάτων δεν εξαρτάται από την κατάθεση του πρακτικού στη γραμματεία του Πρωτοδικείου ούτε την περιαφή εκτελεστηρίου τύπου .

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, λαμβανομένης υπ’  όψη κατά την ερμηνεία τους και τη γενικότερης δικαιοπολιτικής πρόθεσης του νομοθέτη, συνάγεται ότι πρακτικό διαμεσολαβήσεως που περιλαμβάνει ως αντικείμενο συμφωνίας την ονοματοδοσία τέκνου παράγει όλες τις νόμιμες διαπλαστικές ενέργειες, όπως και η δικαστική απόφαση που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα. Διαφέρει δε ουσιωδώς από την υποβολή δηλώσεως ονοματοδοσίας από τους γονείς, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 ν. 344/1976. Ως εκ τούτου, η καταχώριση του πρακτικού πρέπει να συντελεσθεί κατά την ίδια ακριβώς διαδικασία που ακολουθείται για την καταχώριση της αντίστοιχης δικαστικής αποφάσεως.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΝΤΖΟΣ

ΔΙΑΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟ, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 8/2021

Το ερώτημα είναι: Εάν κτηματολογική διαφορά ( τακτική διαδικασία Μονομελούς ) στην οποία εναγόμενοι είναι το Ελληνικό Δημόσιο αλλά και ιδιώτης υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.

Εκ της γραμματικής και τελολογικής  ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 4640/2019, αλλά και εκ της βουλήσεως του νομοθέτη, προκύπτει σαφώς ότι εφ’  όσον στις διαφορές της παραγράφου 1 διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο κλπ, τότε  αυτές εξαιρούνται από την  ΥΑΣ, ανεξαρτήτως του εάν στην δίκη συμμετέχει ως  ομόδικος  τούτου φυσικό  πρόσωπο. Στη συγκεκριμένη ρύθμιση κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο χαρακτήρας μιας διαφοράς ως ιδιωτικής ή δημόσιας ( υπό του νόμου διαμεσολάβηση προβλέπεται σε αστικές και εμπορικές διαφορές), αλλά η ίδια η εμπλοκή του Δημοσίου ως διαδίκου, γεγονός που αρκεί για την εξαίρεση της διαφοράς από την υποχρέωση διενέργειας αρχικής συνεδρίας. Συμφώνως προς την ερμηνεία αυτή  δεν τίθεται ζήτημα αναγκαίας ή απλής ομοδικίας του Δημοσίου με τα συμμετέχοντα πρόσωπα. Κρίνεται ότι, κατά αυτό τον τρόπο αποτρέπεται η ανασφάλεια διαδίκων και δικαστηρίων για την τήρηση της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβησης.

Επισημαίνεται ότι παραμένει στην διακριτική ευχέρεια του επισπεύδοντος να προσφύγει, εκ λόγων προνοίας και προς δικονομική του εξασφάλιση, στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης προσκαλώντας προς τούτο τα φυσικά πρόσωπα.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ K. OIKONOMOY

ΣΥΝΔΙΚΟΣ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 9/2021

Τα ερωτήματα είναι:

1.Δύναται να παρασταθεί στην διαμεσολάβηση δικηγόρος, κατά του οποίου η ήδη ασκηθείσα αγωγή στρέφεται τόσο ατομικώς όσο και υπό την ιδιότητά του ως συνδίκου της Πτωχεύσεως τρίτου προσώπου; .

2. Τι οφείλει να πράξει ο διαμεσολαβητής/ρια στην περίπτωση που υπάρξει καθυστέρηση σχετικά με την άδεια από τον Εισηγητή Πτωχεύσεως και τον διορισμό νομικού εκπροσώπου; Μπορεί να γίνει ΥΑΣ μόνο καθ’  ο μέρος  η αγωγή στρέφεται ατομικώς κατά του εναγομένου (και όχι υπό την ιδιότητά του ως συνδίκου πτωχεύσεως), εάν ο ίδιος έχει δηλώσει παραίτηση από αυτήν την ιδιότητα;

 3. Πως αποδεικνύεται ο διορισμό του διαμεσολαβητή από την ΚΕΔ;

Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

 1. Ο δικηγόρος  μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ( χωρίς νομικό παραστάτη ) στην ΥΑΣ, λόγω της τοιαύτης ιδιότητός του .

Συγκεκριμένα,  το άρθρο 94 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι οι διάδικοι παρίστανται υποχρεωτικά  - εκτός από ελάχιστες  εξαιρέσεις  - μαζί ή δια νομικού παραστάτη .Η ratio legis είναι ο κάθε πολίτης να παρίσταται με νομικό παραστάτη ,για την προστασία του .Όταν ο διάδικος είναι δικηγόρος αυτή η ratio legis δεν συντρέχει αφού,ως δικηγόρος ,μπορεί να υπερασπίσει μόνος τα δικαιώματα και τις θέσεις του .Ενδεχομένως ,να μπορούσε να αρυσθεί κανείς επιχείρημα ,εμμέσως και από το άρθρο 81 του Κώδικα περί Δικηγόρων ,που προβλέπει ότι: « "Ο δικηγόρος για την υπεράσπιση των προσωπικών του υποθέσεων, που διεξάγονται από τον ίδιο, δικαιούται να ζητήσει από τον αντίδικό του, πλήρη αμοιβή".

2. α) Ο σύνδικος της πτωχεύσεως πρέπει να έχει άδεια από τον Εισηγητή Πτωχεύσεως, διότι εάν η ΥΑΣ οδηγήσει  σε συμφωνία των μερών να προχωρήσουν σε Διαμεσολάβηση, αυτή μπορεί να καταλήξει σε επίλυση της διαφοράς με περιορισμό των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, για τον  οποίο απαιτείται άδεια του Εισηγητή Πτωχεύσεως, κατ’ αναλογίαν  του άρθρου 59 του Πτωχευτικού Κώδικα – όπως τροποποιηθείς με τους Ν.4446/2016  4472/2017, 4491/2017 και 4512/2018  ισχύει – και, ειδικότερα, κατ’ ανάλογη  εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 59 ,όπως   αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο  3 του άρθρου 3 του Νόμου 4446/2016 και προβλέπει σχετικά με τον Εισηγητή Πτωχεύσεως  : « «2. Επιβλέπει το έργο του συνδίκου και, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, μπορεί να ζητήσει την αντικατάστασή του. Παρέχει στο σύνδικο την άδεια εμπορίας ή εκποίησης εμπορευμάτων και εν γένει κινητών και ακινήτων της πτώχευσης, όπου προβλέπεται στον παρόντα κώδικα». Πράγματι, περιορισμός δικαιωμάτων της πτώχευσης ισοδυναμεί προς « εκποίηση εμπορευμάτων κλπ.

Ληπτέα υπ’ όψη και η παράγραφος 3 του άρθρου 59 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία προβλέπει ότι « 3. Σε κάθε περίπτωση ο εισηγητής έχει και τις αρμοδιότητες που ειδικά ορίζονται στον παρόντα κώδικα, αλλά και για κάθε πράξη αναγκαία στα πλαίσια και για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που του παρέχονται με τον παρόντα κώδικα, έστω και αν ειδικά δεν προβλέπονται σε αυτόν.».

Εάν ο εναγόμενος δικηγόρος έχει παραιτηθεί από την ιδιότητα του συνδίκου της πτώχευσης ο Εισηγητής Πτώχευσης δεν θα του χορηγήσει άδεια για να παραστεί στην ΥΑΣ, εκτός εάν  ούτος  έχει ανακαλέσει την παραίτηση του ή εάν ο Εισηγητής δεν την έχει κάνει δεκτή .

Εάν η  ως άνω παραίτηση ισχύει, ο Εισηγητής θα διορίσει νέο σύνδικο, στον οποίο θα δώσει ή δεν θα δώσει την άδεια να παραστεί στην ΥΑΣ ή θα του δώσει την άδεια να παραστεί με περιορισμένες εξουσίες, όπως, λ.χ, να μην συναινέσει σε υπαγωγή της διαφοράς σε Διαμεσολάβηση μετά το πέρας της ΥΑΣ. 

Σε περίπτωση που ο Εισηγητής Πτωχεύσεως καθυστερεί σχετικά με τον διορισμό νέου συνδίκου, πράγμα που είναι προαπαιτούμενο  για τον  διορισμό νομικού παραστάτη, τότε ο διαμεσολαβητής μπορεί   κατ’ εφαρμογή  των διατάξεων της παραγράφου 1. του άρθρου 60  του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του Νόμου 4446/ 2016  και η οποία προβλέπει ότι «1. Ο εισηγητής με αιτιολογημένη διάταξή του αποφαίνεται επί των ζητημάτων που αναφέρονται στον παρόντα κώδικα και παρέχει τις προβλεπόμενες άδειες............. Πριν από την έκδοση των ως άνω διατάξεων επιτρέπεται σε καθένα που έχει έννομο συμφέρον να καταθέσει στον εισηγητή έγγραφο υπόμνημα και να επικαλεστεί και να προσκομίσει σχετικά έγγραφα»    να καταθέσει το ταχύτερο  στον Εισηγητή  έγγραφο υπόμνημα εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους συντρέχει περίπτωση αντικατάστασης του συνδίκου και διορισμού νομικού παραστάτη  το ταχύτερο.

    β) Δεν μπορεί να διεξαχθεί ΥΑΣ μόνο κατά το μέρος της ως άνω αγωγής, που στρέφεται ατομικά κατά του δικηγόρου.  Το γεγονός ότι αυτή  στρέφεται κατ’ αυτού  και ως συνδίκου της πτωχεύσεως δηλώνει αναμφίβολα ότι στην υπόθεση εμπλέκεται εμμέσως ο πτωχεύσας,  ο οποίος πρέπει οπωσδήποτε  να εκπροσωπηθεί στην ΥΑΣ από σύνδικο και νομικό παραστάτη, άλλως η διεξαγωγή της ΥΑΣ δεν θα είναι σύννομη .

3 Τον διορισμό του από την ΚΕΔ ,ο διαμεσολαβητής/ρια αποδεικνύει προσκομίζοντας το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, που έλαβε από την Γραμματεία της ΚΕΔ και αντίγραφο της καρτέλας του, από την οποία αποδεικνύεται η εκ μέρους της αποδοχή του.

 Επισημαίνεται ότι ο δικηγόρος, που υποβάλλει προς την ΚΕΔ, για λογαριασμό του εντολέως του - επισπεύδοντος, την αίτηση για τον διορισμό διαμεσολαβητή για την διεξαγωγή  ΥΑΣ, οφείλει να επισυνάπτει στην αίτηση σχετικό πληρεξούσιο / εξουσιοδότηση, άλλως  τούτο πρέπει να  ζητείται  από τον διαμεσολαβητή/τρια.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

 

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

 

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ Κατερίνα Κωτσάκη

Honorary Lawyer,
Accredited Mediator - MCiarb, 
Accredited Trainer of Mediators,
President of the Hellenic Union of Mediator

ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 10/2021

Το ερώτημα είναι: Εάν το καθήκον εμπιστευτικότητας καλύπτει και τα νομιμοποιητικά έγγραφα παράστασης των πληρεξούσιων δικηγόρων στη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή το καθήκον αυτό περιορίζεται στην κατ’ ουσία διαφορά, όπως λαμβάνει χώρα μετά τη νομιμοποίηση των διαδίκων/πληρεξούσιων δικηγόρων; Ποία στάση πρέπει να τηρήσει ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στα μέρη. Συγκεκριμένα, οφείλει ούτος να αρνηθεί την χορήγηση των εγγράφων που ζητούνται, επικαλούμενος το καθήκον εμπιστευτικότητας του Διαμεσολαβητή, ή πρέπει να παράσχει τα αιτούμενα αυτά έγγραφα δυνάμει δικαστικής εντολής;

Επί του υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Ι) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.  5 §§ 5-6 και 16 του Ν. 4640/2019 προκύπτει ότι η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που δεν παραβιάζει το απόρρητο αυτής, στο πλαίσιο αυτής ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτή, και ότι, στην περίπτωση που η διαφορά αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, ο διαμεσολαβητής δεν εξετάζεται ως μάρτυρας ενώ εμποδίζεται να προσκομίζει στοιχεία που προκύπτουν από την διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτή. Εξαίρεση στην παραπάνω υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του απορρήτου μπορεί να προκύψει είτε με κοινή συμφωνία των μερών, είτε για λόγους δημόσιας τάξης είτε εφόσον υπαγορεύει διαφορετικά διάταξη νόμου.

Παράλληλα, ο διαμεσολαβητής υποχρεούται σε τήρηση εχεμύθειας και βάσει του άρθρου 4 του Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών (αρ. 109088 οικ./12.12.2011 Απόφαση Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), σύμφωνα με το οποίο ο διαμεσολαβητής τηρεί απόρρητες όλες τις πληροφορίες, οι οποίες έχουν προκύψει εκ της διαμεσολάβησης ή σε σχέση με αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση, εκτός αν είναι υποχρεωμένος να πράξει άλλως εξαιτίας διάταξης νόμου ή για λόγους δημόσιας τάξης, ενώ κάθε πληροφορία η οποία κοινολογείται εμπιστευτικά στον διαμεσολαβητή από ένα μέρος δεν επιτρέπεται να κοινολογείται στα άλλα μέρη, εκτός αν παρέχεται σχετική συγκατάθεση ή η κοινολόγηση της εκάστοτε πληροφορίας είναι υποχρεωτική βάσει του νόμου.

Το απόρρητο που δεσμεύει τα μέρη που συμμετέχουν σε μια διαμεσολάβηση (διαμεσολαβητής, ενδιαφερόμενα μέρη, τυχόν τρίτοι που συμμετέχουν) ομοιάζει στο αντικείμενο του με το επαγγελματικό απόρρητο, ενώ καλύπτεται από τον προστατευτικό του μανδύα κάθε πληροφορία εφόσον δεν είναι ευρύτερα γνωστή και το ενδιαφερόμενο μέρος είτε έχει συμφέρον στη μη δημοσιοποίησή της είτε έχει εκφράσει την επιθυμία του να παραμένει η πληροφορία αυτή εμπιστευτική.  Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν επηρεάζει το εύρος της προστασίας το γεγονός χαρακτηρισμού μιας πληροφορίας ως εμπιστευτικής ή μη από το ενδιαφερόμενο μέρος. Το καθοριστικό κριτήριο ώστε να εξακριβωθεί αν μια πληροφορία εμπίπτει στην προστατευτική διάταξη περί απορρήτου και εχεμύθειας αποτελεί το ερώτημα αν τα μέρη θα είχαν πρόσβαση στην πληροφορία αυτή σε περίπτωση που δεν λάμβανε χώρα η διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 5 §4 Ν. 4640/2019 πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε, ενώ η §3 in fine του άρθ. 7  προβλέπει ότι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία  διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 4, 6 και 7 του άρθρου 5 του Ν. 4640/2019.

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι, στο βαθμό που τα έγγραφα νομιμοποίησης των μερών και των δικηγόρων τους αποτελούν πληροφορίες που ανταλλάχθηκαν αποκλειστικά μεταξύ του εκάστοτε ενδιαφερόμενου μέρους και του διαμεσολαβητή κατ’ άρθ. 5 §4 – και περιλαμβάνουν πληροφορίες οι οποίες αφενός δεν είναι ευρέως διαθέσιμες και αφετέρου το ενδιαφερόμενο μέρος είτε έχει συμφέρον στην μη δημοσίευσή τους είτε έχει ρητά εκφράσει την επιθυμία περί μη γνωστοποίησή τους (όπως εν προκειμένω) –  εμπίπτουν στην πεδίο προστασίας του απορρήτου κατ’ άρθ. 5 §5-6 και 16 Ν. 4640/2019, ακόμα και αν οι πληροφορίες αυτές ανταλλάχθηκαν μεταξύ του ενδιαφερόμενου μέρους και του διαμεσολαβητή κατά την διαδικασία της ΥΑΣΔ (άρθ. 7 §3). 

ΙΙ) Περαιτέρω, από την υποχρέωση προσαγωγής εγγράφων δυνάμει της ΚΠολΔ 232 §1γ ρητά εξαιρείται ο τρίτος αν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους δεν υπάρχει υποχρέωση μαρτυρίας ή υπάρχει δικαίωμα αρνήσεως μαρτυρίας ή η προσαγωγή θα συνιστούσε ιδιαίτερη επιβάρυνση για τον τρίτο. Με δεδομένο ότι ο νόμος δεν παραπέμπει ρητά στις ΚΠολΔ 400, 401 και 402, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διατύπωση της εξαίρεσης καταλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις που ενδεχομένως προβλέπονται από σχετική νομική διάταξη.

Κατ’ αρχάς, ο διαμεσολαβητής ρητά εξαιρείται από την υποχρέωση μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθ. 5 §6 Ν. 4640/2019. Η διάταξη αυτή, αν και αυτοτελής, οδηγεί σε διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής της ΚΠολΔ 400 §1. Από το σύνολο των διατάξεων που αναφέρθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι ο διαμεσολαβητής έχει καθήκον εχεμύθειας εκ του νόμου, και ως εκ τούτου ρητά εξαιρείται από την εξέτασή του ως μάρτυρα για τα πραγματικά γεγονότα και τις πληροφορίες που διαπίστωσε κατά την άσκηση του επαγγέλματός του και για τα οποία έχει υποχρέωση εχεμύθειας. Ακολούθως, εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση εξαίρεσης από την υποχρέωση προσαγωγής εγγράφων.

Εξάλλου, αν ήθελε υποτεθεί ότι η αναφορά των προσώπων του άρθ. 400 ΚΠολΔ είναι περιοριστική, χωρίς να δύναται να διευρυνθεί τελολογικώς και συστημικώς το υποκειμενικό βεληνεκές της διάταξης, ο διαμεσολαβητής δεν έχει ούτε υποχρέωση μαρτυρίας κατ’ άρθ. 402 §2 ΚΠολΔ. Δεδομένου ότι ο νόμος χαρακτηρίζει ως «επάγγελμα» αυτό του διαμεσολαβητή (άρθ. 19 Ν. 4640/2019), όλες οι πληροφορίες των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την άσκηση του επαγγέλματός του προστατεύονται από την υποχρέωση εχεμύθειας και απορρήτου, και, ως εκ τούτου, δεν έχει υποχρέωση προς μαρτυρία αυτών ως καλυπτόμενες από το επαγγελματικό του απόρρητο.

Σε κάθε περίπτωση, και με δεδομένο ότι οι πληροφορίες καλύπτονται από το προστατευτικό πεδίο των διατάξεων περί απορρήτου των άρθ. 5 και 16 Ν. 4640/2019, η τυχόν γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών συνιστά για τον διαμεσολαβητή υπέρμετρη επιβάρυνση, καθότι απειλείται με άσκηση πειθαρχικών πεινών και η πράξη αυτή καθ’ αυτήν  αποτελεί αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθ. 14 περ. Α παρ. 4, η μη τήρηση της αρχής της εχεμύθειας από μέρους του διαμεσολαβητή συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, ενώ σύμφωνα με το άρθ. 5 του Κώδικα Δεοντολογίας Διαπιστευμένων Διαμεσολαβητών σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων του διαμεσολαβητή που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού λάβει τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών, δύναται να προβεί σε οριστική ή προσωρινή ανάκληση της διαπίστευσης, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης ή την καθ' υποτροπή συμπεριφορά του διαμεσολαβητή. Άλλωστε, η παραβίαση του απορρήτου από μέρους του διαμεσολαβητή (αλλά και όποιου άλλου μέρους της διαδικασίας της διαμεσολάβησης) γεννά σε βάρος του, ως υπόχρεου προς τήρηση του απορρήτου προσώπου, αστική ευθύνη, η οποία εκτείνεται στην υλική αποκατάσταση των προκληθέντων ζημιών από την συγκεκριμένη παραβίαση.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

­­­­­­­­

ΜΕΤΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 11/2021

Σύμφωνα με το άρθρο 27Β του ν. 4640/2019 «η μετεκπαίδευση των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών συνίσταται στην ανά τριετία υποχρεωτική πρόσθετη εκπαίδευσή τους, ελάχιστης διάρκειας είκοσι (20) ωρών, η οποία παρέχεται από αδειοδοτημένους φορείς ή από αναγνωρισμένους φορείς της αλλοδαπής». Η ως άνω υποχρέωση περιέχονταν, διαφοροποιημένη ως προς το περιεχόμενο της, και στις διατάξεις του προϊσχύσαντος ν. 4512/2018( αρ. 201), οι οποίες ωστόσο σύμφωνα με το αρ. 33 του ν.4640/2019 καταργήθηκαν. Καθώς λαμβάνουμε ερωτήματα σχετικά με την ανωτέρω διάταξη και δη με την έναρξη εφαρμογής της, παρακαλούμε όπως μας αποστείλετε συγκεκριμένες οδηγίες και ειδικότερα διευκρινήσεις για το χρονικό σημείο έναρξης της ανωτέρω τριετίας, προκειμένου να υπάρξει ικανό χρονικό διάστημα για τους διαμεσολαβητές να ανταποκριθούν στη συγκεκριμένη υποχρέωση, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών λόγω COVID 19.

Σύμφωνα με το άρθρο 44 ν. 4640/2019, η διάταξη του άρθρου 27Β έχει τυπικώς τεθεί σε ισχύ από τη δημοσίευση του νόμου, στις 30.11.2019.

 

Επί της ουσίας, η μετεκπαίδευση συνιστά περιοδική, ανά τριετία, υποχρέωση κάθε διαπιστευμένου διαμεσολαβητή. Από τον συνδυασμό των άρθρων 27Β και 17Β παρ. 1, η παράλειψη μετεκπαίδευσης μπορεί να θεωρηθεί, με αυστηρή γραμματική ερμηνεία, ως πειθαρχικό παράπτωμα και συμπεριφορά αντίθετη στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ν. 4640/2019.

 

Εξ άλλου, λόγω της πανδημίας του νέου κορωνοϊού COVID-19, η πρακτική δυσχέρεια στη διοργάνωση και υλοποίηση σεμιναρίων εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης διαμεσολαβητών από τους αναγνωρισμένους φορείς είναι δεδομένη και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Ως εκ τούτου, είναι εξ ίσου δυσχερής η τήρηση της αντίστοιχης υποχρέωσης για το σύνολο των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών.

 

Κατόπιν τούτων, και για την αποφυγή ανεπιθύμητων και ανοίκειων συνεπειών, που θα αντέβαιναν ευθέως στις αρχές της επιείκειας και της χρηστής διοίκησης, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι -κατά πλάσμα δικαίου- η τριετία υπό την έννοια του άρθρου 27Β ν. 4640/2019 έχει ανασταλεί από την έναρξη της πανδημίας (Μάρτιος 2019) και για όσο χρόνο αυτή διαρκεί.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

Εισηγητής κ. Δ. Μάντζος

 

 

ΑΛΒΑΝΟΙ ΥΠΗΚΟΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΕΛΕΣΕΙ ΓΑΜΟ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ, ΔΙΑΜΕΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 12/2021

Το ερώτημα είναι: Δύναται να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση για ρύθμιση των ζητημάτων επιμέλειας, διατροφής και επικοινωνίας ανήλικων τέκνων Αλβανοί υπήκοοι, οι οποίοι βρίσκονται σε διάσταση, έχουν τελέσει γάμο στην Αλβανία και διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα, τα δε τέκνα τους έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα πλην όμως είμαι κι αυτά Αλβανοί υπήκοοι.

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4640/2019, στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές διάφορες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Εν προκειμένω, δύο είναι τα κρίσιμα ζητήματα: αφενός με ποιο δίκαιο θα κριθούν οι διαφορές αυτές και αφετέρου εάν αυτές μπορούν να υπαχθούν στην διαμεσολάβηση βάσει του δικαίου αυτού.

Με το Ν. 4020/2011, η χώρα μας κύρωσε την Διεθνή Σύμβαση της Χάγης του 1996 για την διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο την αναγνώριση την εκτέλεση και την συνεργασία ως προς την γονική ευθύνη και τα μέτρα προστασίας των παιδιών. Ο όρος «γονική ευθύνη» περιλαμβάνει την γονική εξουσία η κάθε άλλο ανάλογη σχέση εξουσίας που καθορίζει τα δικαιώματα, τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις των γονέων σε σχέση με το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού, όπως ενδεικτικά το δικαίωμα επιμέλειας (άρθ. 1). Από την περιοριστική απαρίθμηση των εξαιρέσεων του άρθ.4, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι υποχρεώσεις διατροφής, μπορούμε να αντλήσουμε το επιχείρημα ότι το δικαίωμα επικοινωνίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθ. 15 §1, κατά την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας τους οι Αρχές εφαρμόζουν το δικό τους δίκαιο. Με άλλα λόγια τον βασικό κανόνα για την γονική ευθύνη αποτελεί η lex fori, η οποία, όμως, καλείται σε εφαρμογή μόνο εφόσον προηγουμένως κρίθηκε ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν παρουσιάζει στενότερος σύνδεσμο με το δίκαιο κάποιου άλλου κράτους σε σχέση με την προστασία την περιουσία του παιδιού (άρθ. 15 §2), χωρίς να αποκλείεται και η εφαρμογή του δικαίου της συνήθως διαμονής του παιδιού, ιδίως σε περίπτωση όπου η συνήθης την διαμονή μεταφέρθηκε σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος (άρθ. 15 §3) . Άλλωστε το άρθ. 17 ορίζει ότι η άσκηση της γονικής ευθύνης διέπεται από το δίκιο του κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού. Ως εκ τούτου, το δίκαιο το οποίο διέπει την υπόκριση διάφορα αναφορικά με την άσκηση της επιμέλειας και της επικοινωνίας των ανήλικων τέκνων με τους γονείς τους είναι το ημεδαπό δίκιο, αφ’ ης στιγμής το ζήτημα προκύπτει το πρώτον στην Ελλάδα, και ενώπιον των αρμόδιων αρχών του φέρεται προς (συμβιβαστική) επίλυση.

Αναφορικά με το δίκαιο που διέπει το ζήτημα της διατροφής, αυτό θα εντοπιστεί με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ)4/2009, ο οποίος εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις διατροφής που απορρέουν από οικογενειακές σχέσεις οι σχέσεις συγγένειας, γάμου ή αγχιστείας (άρθ. 1) . Ο Κανονισμός αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο μάς παραπέμπει στο Πρωτόκολλο της Χάγης της 23ηςΝοεμβρίου 2007σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις υποχρεώσεις διατροφής (άρθ. 15). Συνεπώς, και σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, στις υποχρεώσεις διατροφής που προκύπτουν από οικογενειακές σχέσεις εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της συνήθους διαμονής του δικαιούχου της διατροφής  και σε περίπτωση μεταβολής αυτού του συνδέσμου, εφαρμοστέο είναι το δίκιο της νέας συνήθως διαμονής από την πραγματοποιείται η μεταβολή.

Να σημειωθεί ότι οι διατάξεις του Πρωτοκόλλου έχουν οικουμενική εφαρμογή, καθότι εφαρμόζονται ανεξάρτητα από κάθε όρο αμοιβαιότητας και ανεξάρτητα αν πρόκειται για δίκαιο συμβαλλομένου ή όχι κράτους. Με τα δεδομένα αυτά και στο ζήτημα της διατροφής εφαρμοστέο τυγχάνει το ημεδαπό δίκαιο, καθ’ όσο διάστημα η συνήθης διαμονή των τέκνων παραμένει η Ελλάδα.

Σημειώνεται ότι, αν και τα ζητήματα αυτά εμπίπτουν στην συνδετική έννοια του άρθρου 18 ΑΚ, εντούτοις δεν καλούνται σε εφαρμογή οι ιεραρχικά τιθέμενοι σύνδεσμοι του άρθρου αυτού, δεδομένου ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης του 1996 και εκείνες του Κανονισμού (ΕΚ)4/2009 για τα αντίστοιχα ζητήματα. Σε διαφορετική περίπτωση, εφαρμοστέο δίκαιο για τα υπό κρίση ζητήματα θα ήταν το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειας γονέων και τέκνου.

Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί αν τα υπό κρίση ζητήματα μπορούν προσηκόντως να υπαχθούν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, αφού βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή μιας διαφοράς σε διαμεσολάβηση είναι η ύπαρξη εξουσίας διάθεσης του υπό κρίση αντικειμένου από τα εμπλεκόμενα μέρη.

Στα παραπάνω, συμβάλλουν προς επίρρωση και οι ειδικές συνθήκες διαμονής τους, και ειδικότερα η λήψη επιδόματος τόσο ενοικίου όσο και ανήλικων τέκνων, συνηγορώντας προς την εγγύτητα και στενή σύνδεση του έχουν αναπτύξει με την ελληνική έννομη τάξη.

 Ως προς τις οικογενειακές διαφορές, τα σχετικά δικαιώματα, αν και προσωποπαγή, θεωρούνται δημόσιας τάξης και αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο, και, ακολούθως, υφίστανται περιπτώσεις όπου ελλείπει παντελώς η ουσία διαθέσεις και είναι άκυρη η συμβατική διευθέτηση της διαφοράς. Ωστόσο, στις περιπτώσεις του καθορισμού της διατροφής, της επιμέλειας και της προσωπικής επικοινωνίας με τα τέκνα, αναγνωρίζεται περιορισμένη εξουσία διάθεση των μερών.  Επισημαίνεται, άλλωστε, και η σύγχρονη τάση στο οικογενειακό δίκαιο για ενθάρρυνση των συμφωνιών των γονέων. Ειδικότερα ως προς την διατροφή, έχει κριθεί ότι παρότι οικείες διατάξεις εισάγουν αναγκαστικό δίκιο, είναι έγκυρη τυχόν συμφωνία συμβιβασμού, εφόσον δεν ενέχει παραίτηση από την διατροφή για το μέλλον και δεν υπολείπεται σημαντικά σε ύψος αυτής που θα ορίσει το δικαστήριο .

Συμπέρασμα: Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, Αλβανοί υπήκοοι, οι οποίοι έχουν τελέσει γάμο στην Αλβανία και διαμένουν στην Ελλάδα, εγκύρως μπορούν να υπαγάγουν την διαφορά τους ως προς την επιμέλεια, διατροφή και επικοινωνία των ανήλικων τέκνων τους, ομοίως Αλβανών υπηκόων, στην διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

­­­­­­­­

ΑΚΥΡΩΣΗ ΠΛΑΣΤΗΣ ΙΔΙΟΓΡΑΦΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 13/2021

Το ερώτημα είναι: Υπάγεται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης με την έννοια εάν και εφόσον δικαιούνται τα μέρη να διαθέσουν το αντικείμενο της διαφοράς την οποία εισάγει στο δικαστήριο αγωγή προς στο Πολυμελές Πρωτοδικείο με την οποία επιδιώκεται :

Να αναγνωρισθεί άκυρη και ανίσχυρη ως πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη αποβιωσάσης που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την οποία ο εναγόμενος ορίζεται μοναδικός κληρονόμος της αποβιωσάσης . Και (μετά την αναγνώριση της άνω ακυρότητας) να αναγνωρισθεί ο ενάγων μοναδικός κληρονόμος συγκεκριμένου ακινήτου, δυνάμει δημοσίας διαθήκης προγενέστερης της πλαστής διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης κατά ποσοστό 2/8 επί χρηματικών ποσών και κατά ποσοστό 2 / 8 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας.

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Το άρθρο 3 του Νόμου 4640/2019 προβλέπει στην παράγραφο 1 αυτού  ότι: « Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.»

Η  εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς αποτέλεσε εξ  υπαρχής προϋπόθεση για την δυνατότητα υπαγωγής μιας αστικής ή εμπορικής διαφοράς σε διαδικασία  Διαμεσολάβησης.

Ούτε οι Νόμοι 3898/2010 και 4512/2018,που αποτέλεσαν  το εκάστοτε Νομοθετικό Πλαίσιο της Διαμεσολάβησης από την ένταξη στην Ελληνική Έννομη Τάξη  της Ευρωπαϊκής  Οδηγίας 52/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ούτε οι Αιτιολογικές Εκθέσεις τους εξειδίκευσαν την έννοια της εξουσίας διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, εκτός από την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου 3898/2010,όπου γίνεται αναφορά στις διαφορές ιδιωτικού δικαίου, στις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός ,ταυτίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου μιας διαφοράς με την εξουσία συνομολόγησης συμβιβασμού ως προς αυτήν .

Η αρχή της ελευθερίας  διαθέσεως του αντικειμένου μιας διαφοράς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την θεμελιώδη αρχή της διαθέσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 106 του ΚΠολΔ, η οποία: 1) επιβάλλει  στο Δικαστήριο να ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διάδικου και όχι αυτεπαγγέλτως), 2) επιτρέπει στους διαδίκους να οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης και 3) επιτρέπει στους διαδίκους να ορίζουν πώς τελειώνει η δίκη.

Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση του Νόμου ότι, για να υπαχθεί μια αστική ή εμπορική διαφορά σε Διαμεσολάβηση, πρέπει  να έχουν οι διάδικοι εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της– δηλαδή να δύναται απαλλοτριωθεί αυτό – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδιότητα του αντικειμένου της διαφοράς να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δίκης  ενώπιον πολιτικών Δικαστηρίων .

Εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικά ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού.

Όσον αφορά στο πρώτο σκέλος του αιτήματος της ως άνω  αγωγής, δηλαδή την αναγνώριση ιδιόγραφης διαθήκης άκυρης  και ανίσχυρης ως πλαστής. κρίνεται ότι πρόκειται περί διαφοράς, για το αντικείμενο της οποίας τα μέρη  δεν έχουν δικαίωμα διάθεσης, καθότι διέπεται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Η ακυρότητα διαθήκης λόγω πλαστότητας αναγνωρίζεται δυνάμει δικαστικής απόφασης και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβιβασμού των διαδίκων. Συνεπώς, σε σχέση με το πρώτο αίτημα της αγωγής δεν συντρέχει περίπτωση ΥΑΣ.

Το δεύτερο αίτημα της αγωγής, αναφέρεται σε δικαιώματα για τα οποία ο ενάγων έχει δικαίωμα διάθεσης, διότι θα μπορούσε ελεύθερα να μην τα ασκήσει, να τα περιορίσει, ή να συμβιβαστεί περί αυτών. Κατά συνέπεια, ήταν επιβεβλημένο  - καταρχάς  - να γίνει ΥΑΣ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 παρ.1 του Νόμου 4640/ 2019. Όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η διαπραγμάτευση των μερών – προκειμένου να καταλήξουν σε συμβιβασμό ή να επιλύσουν   με οποιονδήποτε τρόπο  την διαφορά τους (  στόχος της ΥΑΣ είναι να πειστούν οι ενδιαφερόμενοι να προσφύγουν σε πλήρη Διαμεσολάβηση ) – προϋποθέτει ότι ο εναγόμενος θα έχει παραδεχτεί την πλαστότητα της ιδιόγραφης διαθήκης,  που τον όρισε μοναδικό κληρονόμο της διαθέτιδας ή ότι θα έχει εκδοθεί σχετική απόφαση Δικαστηρίου αναγνωριστική της ακυρότητας.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι το πρώτο αίτημα της αγωγής, σχετικά  με το οποίο οι διάδικοι δεν έχουν δικαίωμα  διάθεσης και για το οποίο δεν μπορεί να γίνει ΥΑΣ, «συμπαρασύρει» και το δεύτερο αίτημα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει υποχρέωσης διεξαγωγής ΥΑΣ  για το σύνολο της αγωγής.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΤΕΚΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 14/2021

Το ερώτημα είναι : Εάν επί των υποθέσεων διατροφής ανηλίκων τέκνων, κατά τις οποίες διάδικοι είναι τα ανήλικα τέκνα νομίμως εκπροσωπούμενα από τον έχοντα (έστω και de facto) την επιμέλειά τους γονέα, απαιτείται η προηγούμενη λήψη άδειας κατ’ άρθρο 797 ΚΠολΔ, τόσο για την διεξαγωγή ΥΑΣ, όσο και για την κατάρτιση συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς στην διαδικασία της Διαμεσολάβησης, την διεξαγωγή της Εκούσιας Διαμεσολάβησης και την κατάρτιση συμφωνίας και του αντίστοιχου Πρακτικού επίτευξης συμφωνίας.

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά την διάταξη του άρθρου 3 παρ 1 του ν.4640/2019 «   1.  Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 περ. β΄ ιδίου νόμου  «1. Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς:

α) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α', β' και γ' της παραγράφου 1, καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 592 Κ.Πολ.Δ.,…» – Από τις διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι οι υποθέσεις διατροφής ανηλίκων τέκνων, νομίμως εκπροσωπούμενων από τον έχοντα την επιμέλειά τους γονέα(1516 παρ.2 ΑΚ) υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, δύνανται δε να υπαχθούν στην διαμεσολάβηση και ότι η υπαγωγή αυτή είναι απροϋπόθετη, δηλαδή δεν απαιτείται προηγουμένη παροχή δικαστικής αδείας, καθ’ όσον ούτε ορίζει τι περί αυτού διάταξη νόμου ούτε για την άσκηση  της αγωγής περί διατροφής απαιτείται. Προς επίρρωση της ανωτέρω κρίσεως πρέπει να λεχθή ότι ο συμβατικός καθορισμός του ποσού της διατροφής είναι έγκυρος, αρκεί αυτός να μην υποκρύπτει παραίτηση από τη διατροφή για το μέλλον και το καθορισθέν μέτρο και ύψος της διατροφής να μη διαφέρουν σημαντικά από εκείνα που και το αρμόδιο δικαστήριο θα καθόριζε ως διατροφή, αν έκρινε την υπόθεση στον ίδιο χρόνο, ενώ και η συμφωνία για συμπληρωματική διατροφή είναι έγκυρη.  Επίσης, πρέπει να λεχθή, ει και ως εκ περισσού, ότι η ανωτέρω κρίση επιρρωνύεται αναμφιβόλως και εκ της τελολογικής ερμηνείας, αλλά και εκ της βουλήσεως του νομοθέτη.

 Επισημαίνεται ότι, ενταύθα δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 797 ΚΠολΔ ( παροχή αδείας) εφ’  όσον η περί διατροφής ανηλίκου αξίωση, υπαγομένη στην διαμεσολάβηση, δεν αποτελεί πράξη εξ εκείνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

 

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΣΚΟΥΜΕΝΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 15/2021

Το ερώτημα είναι: Εάν είναι δυνατή η παράσταση ασκούμενης δικηγόρου σε διαδικασία εκούσιας διαμεσολάβησης σε περίπτωση αδυναμίας παράστασης του δικηγόρου;

 

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

 Κατά  μεν το άρθρο 2 αριθ. 4. του ν. 4640/2019 « Ως νομικός παραστάτης, νοείται ο πληρεξούσιος δικηγόρος εκάστου μέρους, ο οποίος παρίσταται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και παρέχει νομικές συμβουλές στον εντολέα του, κατά δε το άρθρο 3 παρ.2 «Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρε­ξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1...» , ενώ κατά  το άρθρο 5  παρ. 1  εδαφ. α΄,γ΄ ιδίου νόμου « Στη διαδικασία διαμεσολάβησης τα μέρη παρίστανται μαζί με το νομικό παραστάτη τους, εξαιρουμένων των υποθέσεων των καταναλωτικών διαφορών και των μικροδιαφορών, στις οποίες επιτρέπεται η αυτοπρό­σωπη παράσταση των μερών… Η αμοιβή του νομικού παραστάτη κάθε μέρους συμφωνείται ελεύθερα και για τη συμμετοχή του σε όλη τη διαδικασία της διαμεσολάβησης εκδίδεται, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ...».Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 ν. 4194/2013( ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ) « 1. Ο ασκούμενος δικηγόρος έχει τη δυνατότητα να παρίσταται στα Πταισματοδικεία, στις προανακριτικές αρχές, στα Ειρηνοδικεία κατά τη συζήτηση υποθέσεων μικροδιαφορών, στη λήψη ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και ενώπιον οποιασδήποτε διοικητικής αρχής. 2. Ο ασκούμενος δικηγόρος μπορεί να συμπαρίσταται και να συνυπογράφει τις προτάσεις, σημειώματα και υπομνήματα με τον δικηγόρο, στον οποίο ασκείται, σε όλα τα δικαστήρια του πρώτου και δεύτερου βαθμού». Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι ασκούμενος/η δικηγόρος δεν δύναται να παρίσταται σε διαδικασία εκούσιας διαμεσολάβησης προς παροχή

νομικών συμβουλών στον εντολέα του, αλλά απαιτείται προς τούτο η παράσταση πληρεξουσίου δικηγόρου.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

ΕΚΟΥΣΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

ΑΡΙΘΜΟΣ 16/2021

Το ερώτημα είναι: Μετά από εκούσια οικογενειακή Διαμεσολάβηση και τη σύνταξη σχετικού Πρακτικού ρύθμισης επιμέλειας-διατροφής-επικοινωνίας τέκνου εν διαστάσει συζύγων, τα Μέρη υπογράφουν Συμφωνητικό Λύσης του Γάμου για την επικύρωσή του από συμβολαιογράφο. Στο τελευταίο αυτό Συμφωνητικό, θα πρέπει να αναφέρεται η συμφωνία περί των θεμάτων του τέκνου, αλλά και περί εκτελεστότητάς του. Στην πράξη όμως, θα έχουμε ένα Πρακτικό Διαμεσολάβησης και μια συμβολαιογραφική συμφωνία λύσης του γάμου που θα μπορούν και τα δύο να εκτελεστούν στο μέλλον για το ίδιο αντικείμενο (π.χ. θέμα διατροφής); Πώς θα πρέπει να συνταχθεί ορθά στο σημείο αυτό το συμφωνητικό προς συμβολαιογράφο;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 8  του ν. 4640/2019 « 3.Το πρακτικό της διαμεσολάβησης του παρόντος άρθρου αποτελεί, από την κατάθεσή του στη γραμματεία του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου δικαστηρίου, εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Το απόγραφο εκδίδεται ατελώς από τον δικαστή ή τον πρόεδρο του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου Δικαστηρίου. 4. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό δια-μεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν τη σύνταξη τέτοιων συμβολαιογραφικών εγγράφων και τη μεταγραφή τους.  5.   Το πρακτικό της διαμεσολάβησης του παρόντος άρθρου από την κατάθεσή του στη γραμματεία του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου Δικαστηρίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης, σύμφωνα με το εδάφιο γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 293 Κ.Πολ.Δ.».

 Εξ  άλλου,  κατά  τις παραγράφους 1- 4 του Άρθρο 1441 ΑΚ  «1. Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν τον γάμο τους. Η συμφωνία αυτή συνάπτεται μεταξύ των συζύγων με την παρουσία πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από αυτούς και υπογράφεται από τους ίδιους και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή μόνον από τους τελευταίους, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας.2. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να λυθεί ο γάμος πρέπει να ρυθμίζεται η επιμέλειά τους, η επικοινωνία με αυτά και η διατροφή τους, με την ίδια ή με άλλη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των συζύγων, που υπογράφεται όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 και ισχύει για δύο (2) έτη τουλάχιστον.3. α) Η έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου, καθώς και η συμφωνία για την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή των ανήλικων τέκνων υποβάλλονται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κάθε συζύγου, μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια σε συμβολαιογράφο. β) Η κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου απέχει τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες από την έγγραφη συμφωνία των συζύγων, η ημερομηνία της οποίας αποδεικνύεται με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη. 4. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει πράξη με την οποία βεβαιώνει τη λύση του γάμου, επικυρώνει τις συμφωνίες των συζύγων και τις ενσωματώνει σε αυτή. Τη συμβολαιογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ή μόνον οι τελευταίοι, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της πράξης. Όταν η βεβαίωση αφορά στην επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων, η πράξη αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εφόσον έχουν συμπεριληφθεί στη συμφωνία οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Μετά τη λήξη ισχύος της επικυρωμένης συμφωνίας, μπορεί να ρυθμίζεται η επιμέλεια, η επικοινωνία και η διατροφή των τέκνων για περαιτέρω χρονικό διάστημα με νέα συμφωνία και με την ίδια διαδικασία.».

 Εκ των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι σύζυγοι μπορούν προβούν σε κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας περί λύσεως του γάμου τους, στην οποία ρυθμίζεται η επιμέλεια τών τέκνων, η επικοινωνία με αυτά και η διατροφή τους, ενώπιον διαμεσολαβητή, κατόπιν γενομένης νομότυπης διαμεσολαβήσεως. Το πρακτικό της διαμεσολάβησης πρέπει να συντάσσεται υπό τις διαλαμβανόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 1441 ΑΚ προϋποθέσεις και να περιλαμβάνει  τις ανωτέρω ρυθμίσεις. Τούτο( και για την συγκεκριμένη περίπτωση) δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο – διότι δεν περιέχει διατάξεις οι οποίες δύνανται να εκτελεσθούν αυτοτελώς, δηλαδή, επί τη βάσει μόνο αυτού – αλλά αποτελεί την έγγραφη συμφωνία, περί της οποίας, κατά την βούληση των μερών και συμφώνως προς τις ανωτέρω διατάξεις του 1441, θα συνταγή η σχετική συμβολαιογραφική πράξη περί βεβαιώσεως της λύσεως του γάμου και περί  της επικυρώσεως των συμφωνιών των συζύγων  για την επιμέλεια επικοινωνία και διατροφή τέκνων, οι οποίες ενσωματώνονται στην πράξη αυτή.  Αυτή η τελευταία πράξη αποτελεί κατά νόμον τον εκτελεστό τίτλο για την εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνιών.

 Σο πρακτικό της διαμεσολαβήσεως, στο οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση διατυπώνεται και  η έγγραφη συμφωνία για τις υποκείμενες σε επικύρωση ρυθμίσεις περί των τέκνων πρέπει να συμπεριλαμβάνονται τα ακόλουθα:.

  α) Επί αναθέσεως της επιμέλειας:

 Μετά συμφωνία περί αναθέσεως τής επιμέλειας στον ένα γονέα ακολουθεί δεύτερη τοιαύτη, περί επιβολής στον άλλο της υποχρεώσεως να παραδώσει τα τέκνα στο γονέα που πρέπει να ασκεί την επιμέλεια. Η δεύτερη συμφωνία καταχωρίζεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης ως εξής:

« Ο ……….υποχρεώνεται  να παραδώσει στην ……… τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, που ονομάζονται ………..»).

 Η ανωτέρω συμφωνία δεν μπορεί να εκτελεσθή αμέσως με βάση  την συνταγησομένη συμβολαιογραφική πράξη. Στο άρθρο 950 παρ. 1 προβλέπεται η δυνατότητα επίσπευσης μόνο έμμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως (χρηματική ποινή , προσωπική κράτηση) την οποία θα επιβάλει  το αρμόδιο δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής σε αυτό με την κατάλληλη προς τούτο αίτηση.

β)Ειδικότερα για την επικοινωνία:

Στο πρακτικό διαμεσολάβησης θα περιληφθή η εξής ρύθμιση:

 «Η εναγομένη υποχρεώνεται να ανέχεται και να μην παρεμποδίζει με οποιονδήποτε, υπαίτιο τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, πραγματικό ή ψυχολογικό, την επικοινωνία τού ενάγοντος με τα δύο ανήλικα, κοινά τέκνα, …….., κάθε (πρώτο και τρίτο ….. και, από ώρα ….. μέχρι ώρα) σε τόπο και με τρόπο που θα καθορίζει ο ίδιος, χωρίς την παρουσία τρίτων προσώπων»).

 Και η συμφωνία αύτη δεν δύναται να εκτελεσθή δι’  αμέσου αναγκαστικής εκτελέσεως.

 Στο άρθρο 950 παρ. 2 προβλέπεται η αναγκαστική εκτέλεση της υποχρέωσης του γονέα που έχει την επιμέλεια  του τέκνου να διευκολύνει την προσωπική επικοινωνία αυτού με τον άλλο γονέα, συμφώνως προς τις ρυθμίσεις που περιελήφθησαν στη έγγραφη συμφωνία (ή στο πρακτικό διαμεσολάβησης). Έτσι το αρμόδιο δικαστήριο θα ορίσει τις ποινές συμφώνως προς τις εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 947 ΚΠολΔ (απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως) για την υπαίτια παράβαση τής ως άνω υποχρεώσεως)

γ) Ειδικότερα περί της διατροφής.

 Η προς διατροφή υποχρέωση είναι χρηματική παροχή, η καταβολή της οποίας από τον εναγόμενο-υπόχρεο μπορεί να εξαναγκασθή  με τα μέσα της άμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως, κατ’ άρθρο 951 ΚΠολΔ (κατάσχεση), αποκλειομένων έτσι των μέσων της έμμεσης τοιαύτης.

Η εκτελεστότης του σχετικού τίτλου πρέπει να προκύπτει σαφώς και ως προς την συμφωνία του καθορισμού της διατροφής. Συνεπώς, στο πρακτικό διαμεσολάβησης   ( είτε τούτο φέρει τον χαρακτήρα εγγράφου συμφωνίας περί διατροφής εν όψει συναινετικού διαζυγίου, η οποία θα επικυρωθή δια της συμβολαιογραφικής πράξεως, κατά τα προεκτεθέντα, είτε αποτελεί  την αποτύπωση των συμφωνιών επιτυχούς διαμεσολάβησης ανεξαρτήτως συναινετικού διαζυγίου, κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ 3 του ν. 4640/2019  ( επομένως και εκτελεστού τίτλου) πρέπει να περιληφθή, σχετική διάταξη, ως εξής:

(Υποχρεώνεται – (προσωρινώς )  – ο…. να καταβάλει στην…., ως ασκούσα την επιμέλεια του ….. το ποσό….., ως συνεισφορά του στην τακτική διατροφή……. για το χρονικό διάστημα……)

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΜΕ ΔΙΑΔΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, Ν.Π.Δ.Δ. Ή Ο.Τ.Α.

ΑΡΙΘΜΟΣ 17/2021

Το ερώτημα είναι  σχετικό με την έγγραφη ενημέρωση του άρθρου 3 παρ.2 του Ν.4640/2019 στις υποθέσεις όπου διάδικος είναι το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.

Κατά το άρθρο 6 παρ.2 του Ν.4640/2019 εξαιρούνται από την υποχρεωτική προδικασία διαμεσολάβησης οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. Η εν λόγω εξαίρεση προφανώς και προβλέφθηκε ενόψει του ότι οι ανωτέρω έχουν δυνατότητα συμβιβασμού μόνο υπό ιδιαίτερα αυστηρά προϋποθέσεις (Ν.3086/2006, Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έγκριση από τον Υπουργό Οικονομικών). Ενόψει των ανωτέρω, στις υποθέσεις αυτές πρέπει να προσκομίζεται το ενημερωτικό έντυπο του άρθρου 3 παρ.2 του Ν.4640/2019 για το παραδεκτό συζήτησης της σχετικής αγωγής; Τυχόν καταφατική απάντηση μπορεί ασφαλώς να θεμελιωθεί στο ότι στο άρθρο 3 παρ.2 δεν προβλέπονται ανάλογες εξαιρέσεις, ωστόσο τί νόημα έχει μία τέτοια παραδοχή, η οποία θα οδηγήσει σε κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης σωρείας αγωγών, οι οποίες ούτως ή άλλως εξαιρούνται από την Υ.Α.Σ.;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά την  διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 6  του ν. 4640/2019 « 2. Εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης της παραγράφου 1 οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.» ενώ κατά την  διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 3  του ιδίου νόμου «2.Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί επί ποινή απαραδέκτου αυτής.»

Εκ των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλονται από την ως άνω διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν.4640/2019, ιδίως δε η σύνταξη και κατάθεση του ενημερωτικού εγγράφου, αφορούν  στις υπαγόμενες στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης υποθέσεις, ενώ οι μη υπαγόμενες ή οι εξαιρούμενες, ως εκείνες οι προβλεπόμενες στην ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6  ιδίου νόμου, δεν καταλαμβάνονται από την εν λόγω ρύθμιση. Συνεπώς, στις διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. και οι οποίες εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, δεν υπάρχει υποχρέωση  συντάξεως και υποβολής του ενημερωτικού εγγράφου εκ μέρους του επισπεύδοντος, εντεύθεν δεν θεμελιώνεται κατά νόμον  λόγος απαραδέκτου της αγωγής  και αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου προς έλεγχο της τοιαύτης διαδικαστικής προϋποθέσεως.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΛΕΙΨΗ ΥΠΟΘΗΚΗΣ (ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΓΝΩΜΗΣ 3)

ΑΡΙΘΜΟΣ 18/2021

Το ερώτημα είναι: Ουσιαστικώς ζητείται η διευκρίνιση και επιβεβαίωση περί του ότι το πρακτικό της διαμεσολάβησης που περιέχει συμβιβασμό που οδηγεί σε εξάλειψη υποθήκης, αποτελεί ήδη εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το ν. 4640/2019 και το άρθρο 293 Κ.Πολ.Δ και  δεν απαιτείται η μονομερής συμβολαιογραφική δήλωση του δανειστή.

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Επειδή, στις διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι  3 και 5  του ν. 4640/2019 ορίζονται ότι « 3.Το πρακτικό της διαμεσολάβησης του παρόντος άρθρου αποτελεί, από την κατάθεσή του στη γραμματεία του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου δικαστηρίου, εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης.» και ότι «5. Το πρακτικό της διαμεσολάβησης του παρόντος άρθρου από την κατάθεσή του στη γραμματεία του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου Δικαστηρίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης, σύμφωνα με το εδάφιο γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 293 Κ.Πολ.Δ.». Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 293 παρ.1,εδαφ. γ΄ του άρθρου 293 ΚΠολΔ. «1…Ο συμβιβασμός αυτός, καθώς και εκείνος που περιέχεται στα πρακτικά των παραγράφων 3 του άρθρου 214Α και 5 του άρθρου 214Β, καλύπτει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης.»

Εκ των ανωτέρω  διατάξεων προκύπτει ότι το πρακτικό της διαμεσολάβησης, το οποίο περιέχει συμβιβασμό που οδηγεί σε εξάλειψη υποθήκης,  αποτελεί εκτελεστό τίτλο, ενώ για την τοιαύτη εξάλειψη δεν απαιτείται η μονομερής συμβολαιογραφική δήλωση του δανειστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1325 του ΑΚ.

 Υπό την τοιαύτη απόφανση διευκρινίζεται και συμπληρώνεται  η  υπ’ αριθ. 3 ΓΝΩΜΗ της Επιτροπής νομικών Θεμάτων, η οποία έχει αναρτηθή στον οικείο τόπο (Ιστοσελίδα Διαμεσολάβησης Υπουργείου Δικαιοσύνης).

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΣΧΕΣΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 19/2021

Το ερώτημα είναι: Επί διενεργηθείσης  διαμεσολαβήσεως,  αφορώσης σε  διαφορά διανομής ακινήτων, περί της οποίας πρέπει να συνταγή υπό των διαμεσολαβητριών  πρακτικό αποτυχίας, όταν  ένας εκ των επισπευδόντων εναγόντων   και οι εναγόμενοι  αρνούνται την  καταβολή  της αμοιβής, ερωτάται εάν οι διαμεσολαβήτριες δικαιούνται, για πόσο χρονικό διάστημα, να μη εκδώσουν πρακτικό  μέχρι  να καταβληθή σε αυτές  το σύνολο τη αμοιβής, ως επίσης εάν δύνανται να  ζητήσουν την καταβολή της αμοιβής από τα μη καταβαλόντα ταύτην πρόσωπα;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Υπό την προϋπόθεση ότι στο συμφωνητικό υπαγωγής στην Διαμεσολάβηση έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια το ποσό της αμοιβής των δυο διαμεσολαβητριών και το ποσοστό  κατά το οποίο βαρύνει κάθε έναν από τους 4 εμπλεκόμενους, οι διαμεσολαβήτριες έχουν ,κατ’ εφαρμογή του άρθρου 325 ΑΚ, δικαίωμα επίσχεσης του Πρακτικού περαίωσης της διαδικασίας της Διαμεσολάβησης, η οποία μάλιστα απέτυχε, μέχρι την πλήρη εξόφληση της αμοιβής τους.

Παράλληλα δικαιούνται να ασκήσουν  αγωγή  για την αναζήτησή της αμοιβής τους ενώπιον του αρμοδίου  Δικαστηρίου, διότι η εκκρεμότητα δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρον, ιδίως εν όψει της καταβολής από έναν από τους εναγομένους του ποσοστού της αμοιβής των διαμεσολαβητριών, που τον βαρύνει .

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

 

ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ  ΕΤΑΙΡΕΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ  20/2021

Το ερώτημα  είναι: Επί διεκδικητικής αγωγής ομόρρυθμης εταιρείας, με την οποία ζητείται να επιστραφεί υπεξαιρεθέν αντικείμενο από την ομόρρυθμη εταίρο, ο ορισθείς από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης για την πραγματοποίηση Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας διαμεσολαβητής/ρια, δύναται ή  υποχρεούται να ελέγξη την αμφισβητουμένη υπό του εναγομένου νομιμοποίηση της εναγούσης εταιρείας ( και δη προς παροχή εντολής διαμεσολάβησης επ’  ονόματί της) και εξ αυτού του λόγου να απόσχη από τα καθήκοντά του;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Στις διατάξεις των άρθρων  2 παρ. 2,3, 5 και 7 παρ. 1,2,3,4,6 του ν.4640/2019 ορίζονται  οι έννοιες της διαμεσολάβησης και του διαμεσολαβητή, περιγράφεται το έργο του τελευταίου τούτου, καθορίζεται ως υποχρεωτική  η αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης,  προβλέπεται  ο τρόπος διορισμού  του διαμεσολαβητή, ρυθμίζεται  η διαδικασία υπό την οποία διεξάγεται αυτή ( ΥΑΣ), η εμφάνιση και παράσταση κατ’ αυτήν των μερών κατόπιν γνωστοποιήσεως υπό του διαμεσολαβητή, η σύνταξη  και η υπογραφή του πρακτικού, ενώ προβλέπεται η δυνατότης επιβολής χρηματικής ποινής υπό του δικαστηρίου στον μη προσελθόν, καίτοι κλητευθέν μέρος.

 Εκ της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας   των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο νομοτύπως διορισθείς διαμεσολαβητής/τρια  αναλαμβάνει να διαμεσολαβήσει (με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, διευκολύνοντας τα συμμετέχοντα μέρη να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση για τη διαφορά τους), με βάση το υποβαλλόμενο από τον επισπεύδοντα συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο υποχρεωτικά αναγράφονται τα στοιχεία των μερών, καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς. Η ενώπιον του διαδικασία δεν αποτελεί δικαιοδοτική τοιαύτη, αλλά κινείται εντός των ορίων και καθηκόντων που επιβάλλουν οι διατάξεις του ανωτέρω νόμου. Ούτος (διαμεσολαβητής) δεν δικαιούται να ελέγξει, να λάβει θέση, πολύ  δε περισσότερο να αποφασίσει και να απόσχει από  την διαδικασία αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας, ως εκ  του ότι υπό  του αντιδίκου του επισπεύδοντος μέρους – εάν δε έχει ασκηθή αγωγή  υπό του συμμετέχοντος εναγομένου –  προβάλλεται ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του επισπεύδοντος( ενάγοντος) διαδικαστική προϋπόθεση, ως  η νομιμοποίηση τούτου. Ο ειρημένος δεν θα ασχοληθή με προβαλλόμενους υπό των μερών  ισχυρισμούς, υπαγομένους στην  δικαστική αξιολόγηση, αλλά θα  προβή στην προβλεπόμενη διαδικασία μεταξύ των συμμετεχόντων μερών και σε περίπτωση αποτυχίας θα προβή στην σύνταξη του σχετικού πρακτικού. Εάν ο αντίδικος του επισπεύδοντος επιλέξει να μη  εμφανισθή κατά την εν λόγω διαδικασία θα υποστή, ενδεχομένως, τις συνέπειες που προβλέπει ο νόμος. 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΣΤΟ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 21/2021

Το ερώτημα είναι:(α) Αν στις περιπτώσεις στις οποίες με αντίστοιχη πρόβλεψη του νόμου και της εφαρμογής του άρθρου 904 ΚΠολΔ μεταγράφονται στο Υποθηκοφυλακείο, χωρίς να χρειάζεται η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου, ήτοι διαφορές ενεστώσες αχθείσες ενώπιον δικαστηρίου που επιλύονται συμβιβαστικά και καταργούν τα δίκη, εντάσσεται και το πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης που τις επιλύει ή υποχρεούνται σε περιβολή του συμβολαιογραφικού τύπου;  και

(β) Αν μεταγράφεται στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, και με ποιες προϋποθέσεις, πρακτικό διαμεσολάβησης με το οποίο επιλύθηκε επιτυχώς διαφορά που προέρχεται από διεκδικητική αγωγή αναγνώρισης κυριότητας επί ακινήτου καθώς και αν το ίδιο συμβαίνει σε περίπτωση που στην περιοχή είναι σε λειτουργία Κτηματολογικό Γραφείο. Περαιτέρω δε, εάν παίζει κάποιο ρόλο το γεγονός ότι η συζήτηση της αγωγής ματαιώθηκε και εκκρεμεί ο επαναπροσδιορισμός της;

Επί των  υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4640/2019 προβλέπεται ότι «Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν τη σύνταξη τέτοιων συμβολαιογραφικών εγγράφων και τη μεταγραφή τους.».

Παρά το γεγονός ότι στο άρθρο 8 του νέου νόμου 4640/2016, ορίζεται ότι το πρακτικό διαμεσολάβησης με το οποίο επιλύεται επιτυχώς η διαφορά, αποτελεί τίτλο εκτελεστό σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παρ. 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ  και ότι από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης, σύμφωνα με το εδάφιο γ' της παρ. 1 του άρθρου 293 ΚΠολΔ, εν τούτοις δεν ορίστηκε ότι το τούτο καλύπτει  και τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπου αυτός προβλέπεται κατά περίπτωση στο ουσιαστικό δίκαιο, π.χ. για μεταγραφή επί ακινήτων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον στο πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης, περιλαμβάνονται και διατάξεις που αφορούν  σε δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, πρέπει οι δικαιοπραξίες αυτές να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο και εν συνεχεία να μεταγραφούν/καταχωριστούν στα αρμόδια Υποθηκοφυλακεία/Κτηματολογικά Γραφεία. Εξαιρείται η  περίπτωση, κατά την οποία  το πρακτικό περιλαμβάνει και διατάξεις οι οποίες είναι αυτοτελώς εκτελεστές, και δεν αφορούν στην εκτέλεση της υποκείμενης σε συμβολαιογραφικό τύπο δικαιοπραξίας. Περαιτέρω,  κρίνεται ότι,  ενόσω δεν έχει επακολουθήσει η περιβολή του πρακτικού στο συμβολαιογραφικό τύπο, δεν καταργείται η δίκη, ούτε επέρχεται το ανασταλτικό αποτέλεσμα των δικονομικών προθεσμιών.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwaltin)

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ  22 /2021

Το ερώτημα είναι :  Εάν  η αγωγή για προσβολή προσωπικότητας και χρηματικής ικανοποίησης  λόγω ηθικής βλάβης   υπόκειται σε ΥΑΣ;

 

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά το άρθρο 3  παρ. 1 του ν. 4640/2019 « 1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6  παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης.»

Όπως ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση , τα μέρη πρέπει να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή αυτό να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα, όχι όμως και εκείνα που ανάγονται στο δίκαιο προστασίας της προσωπικότητας. Οι διαφορές από αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ) μπορούν να υπαχθούν σε διαμεσολάβηση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς.

Ωστόσο, οι αξιώσεις από ηθική βλάβη φυσικού προσώπου λόγω προσβολής προσωπικότητας (άρθρα 932 και 59 ΑΚ) αφορούν άμεσα στη διατάραξη μη περιουσιακών αγαθών του ατόμου που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητά του, συνδέονται δε τόσο στενά με την ψυχική σφαίρα του φυσικού προσώπου, που υφίσταται και την ψυχική ταραχή, η οποία εκπηγάζει από την αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του, ώστε να μη μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολάβησης, καθώς συνδέονται άρρηκτα με το δικαίωμα στην προσωπικότητα. Μάλιστα, το άρθρο 933 ΑΚ καθιερώνει το κατά κανόνα ανεκχώρητο και ακληρονόμητο της αξίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης από αδικοπραξία του άρθρου 932 ΑΚ, υπογραμμίζοντας τον χαρακτήρα της ως αυστηρά προσωπικής.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς από προσβολή της προσωπικότητας, η οποία ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής( άρθρα 57, 914 ΑΚ) και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής ΥΑΣ Διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς.

 

7-4-2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 23/2021

Το ερώτημα είναι: Aν επί διορισμού Διαμεσολαβητή σε υπόθεσης περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων με την διαδικασία της νομικής βοήθειας, μπορεί να υπάρξει ορισμός ΥΑΣ, όταν στην αίτηση για ΥΑΣ της επισπεύδουσας συζύγου αναφέρεται -στο σχετικό φύλλο πληροφοριών- ότι έχει κατατεθεί έγκληση κατά του συζύγου της για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας και προσκομίζεται και η σχετική βεβαίωση Αστυνομικού Τμήματος, για την εκκρεμούσα στην Εισαγγελία έγκληση;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Το άρθ. 3 του ν. 4640/2019 προβλέπει ότι στην διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές ή εμπορικές διαφορές, εφόσον υπάρχει από τα μέρη η αντίστοιχη εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 4 §1 περ. δ’, η προσφυγή στην διαμεσολάβηση λαμβάνει χώρα («επιτρέπεται» κατά την διατύπωση του νόμου) αν η σχετική προσφυγή στην διαδικασία της διαμεσολάβησης επιβάλλεται από το νόμο.

Περαιτέρω, στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ), κατά το άρθ. 6 §1 περ. α’ του ν. 4640/2019, υπάγονται οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1, καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 της ΚΠολΔ 592. Στις περιπτώσεις όπου είναι επιτρεπτή η ΥΑΣΔ εμπίπτουν και οι υποθέσεις περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων.

Κατά τη διαδικασία έναρξης της ΥΑΣΔ, το επισπεύδον μέρος υποβάλλει μαζί με την αίτηση προσφυγής στη διαμεσολάβηση στον διαμεσολαβητή συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο αναγράφονται υποχρεωτικά τα στοιχεία των μερών σύμφωνα με την περίπτωση 3 της ΚΠολΔ 118, καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το αντικείμενο της διαφοράς αφορά  σε περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε αναφορά σε τυχόν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας μόνο ως εκ περισσού παρατίθεται στο Φύλλο Βασικών Στοιχείων, χωρίς να επηρεάζει την υποχρεωτικότητα της ΥΑΣΔ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με το άρθ. 1 του ν. 4531/2018 κυρώθηκε η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, στο άρθρο 48 §1 της οποίας γίνεται αναφορά ότι τα Μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία νομοθετικά η άλλα μέτρα για να απαγορεύσουν τις υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης των διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης και του συμβιβασμού, αναφορικά με όλες τις μορφές βίας που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης.

Εν προκειμένω, η αναφορά στο Φύλλο Βασικών Στοιχείων περί ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να θέσει σε εφαρμογή το παραπάνω άρθρο της Σύμβασης, πρωτίστως διότι η υπό κρίση διαφορά, για την οποία λαμβάνει χώρα η ΥΑΣΔ, δεν είναι διαφορά ενδοοικογενειακής βίας, αλλά περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων, ώστε δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω Σύμβασης. Αλλά ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι όντως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, το άρθ. 48 §1 εγκαθιδρύει υποχρέωση αποκλειστικά και μόνο προς τον Έλληνα νομοθέτη να τροποποιήσει αναλόγως τις διατάξεις περί ΥΑΣΔ του ν. 4640/2019, ώστε να εναρμονισθούν με την Σύμβαση. 

Πέραν δε τούτων, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4640/2019, η ΥΑΣΔ δεν μπορεί να εμπίπτει με την στενή έννοια στις υποχρεωτικές εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών του άρθ. 48. Και αυτό διότι, ως ΥΑΣΔ νοείται η συνεδρία στην οποία τα μέρη δέχονται ενημέρωση, κατευθύνσεις, οδηγίες και διασαφήσεις επί της διαδικασίας της διαμεσολάβησης και των ωφελειών της από πλευράς του διαμεσολαβητή σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η υποχρεωτικότητα της συνεδρίας έγκειται μόνο στο γεγονός ότι η συζήτηση της τυχόν ασκηθησομένης ή ήδη ασκηθείσας αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί πρακτικό υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης, και όχι στην υποχρεωτική διεξαγωγή πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης με επίτευξη συμφωνίας. Σκοπός, με άλλα λόγια, την ΥΑΣΔ είναι τα μέρη να ενημερωθούν από τον αντικειμενικό και αμερόληπτο τρίτο, τον διαμεσολαβητή, για τα οφέλη, τις δυνατότητες, την διαδικασία της διαμεσολάβησης και όχι να μετέλθουν της βασάνου μιας πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης, όπως αυτή θα ίσχυε αν τα μέρη είχαν προσφύγει εκουσίως.

Τούτων λεχθέντων, και ενόψει ακριβώς του σκοπού της ΥΑΣΔ όπως προαναφέρθηκε, σημειώνουμε ότι δεν μπορεί να περατωθεί η ΥΑΣΔ αποκλειστικώς και μόνο με απόφαση του διαμεσολαβητή, κατ’ εφαρμογή του άρθ. 15 § 4 περ. β’ του ν. 4640/2019, καθότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται στον διαμεσολαβητή κατά την διαδικασία της διαμεσολάβησης η οποία έχει εκκινήσει μεταξύ των μερών είτε εξαρχής εκουσίως είτε κατόπιν κοινής τους απόφασης μετά από ΥΑΣΔ. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ελλόχευε ο κίνδυνος καταστρατήγησης του σκοπού της ΥΑΣΔ με δούρειο ίππο την δυνατότητα αυτή του διαμεσολαβητή.

Άλλωστε, η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα και (πρέπει να) διεξάγεται κατά τρόπο που δεν παραβιάζει το απόρρητό της (άρθ. 5 §§5-6 ν. 4640/2019). Επομένως, η αναφορά σε τυχόν ποινικά αδικήματα, όπως περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για ματαίωση της ΥΑΣΔ.

Σε κάθε δε περίπτωση, η διαμεσολάβηση του ν. 4640/2019, στο πλαίσιο του οποίου και διεξάγεται η ΥΑΣΔ, αφορά σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και πρέπει ρητά να διακρίνεται και να μην συγχέεται με την ποινική διαμεσολάβηση του ν. 3500/2006 (άρθ. 11επ.), στην οποία ο Εισαγγελέας αναλαμβάνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή, με τις εκεί τιθέμενες προϋποθέσεις.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwaltin)

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 24/2021

Το ερώτημα είναι: Επί αγωγής ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ειδική διαδικασία) το έτος 2018, με καταψηφιστικό αίτημα άνω των 30.000 ευρώ και εκδικασθείσας το 2020, εκδόθηκε παραπεμπτική απόφαση, οπότε και κατατέθηκε κλήση προς συζήτηση κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία τον Φεβρουάριο του 2021. Υπάρχει υποχρέωση τήρησης ΥΑΣ;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με το άρθ.44 Ν.4640/19, η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πλην των άρθρων 6 (Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης - Υπαγόμενες διαφορές) και 7 (Διαδικασία της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης και αμοιβή νομικού παραστάτη)του παρόντος, τα οποία τίθενται σε ισχύ και καταλαμβάνουν τις αγωγές που κατατίθενται μετά την παρέλευση των κατωτέρω ημερομηνιών, ως εξής:

 α) Από τη 15η Ιανουαρίου 2020 για τις οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α`, β` και γ` της παραγράφου 1, καθώς και της παραγράφου 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ και

β) Από τη 15η Μαρτίου 2020 για τις διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 74 παρ.14  Ν.4690/2020, η έναρξη ισχύος των άρθρων 6 και 7 του ν. 4640/2019  μετατίθεται αναδρομικώς για την 1η.7.2020, ως προς τις υποθέσεις της περ. β` του άρθρου 44 του ν. 4640/2019.

Συνεπώς, οι υπαγόμενες διαφορές στο αρθρ. 6 ν.4640/2019, για τις οποίες κατατέθηκε αγωγή προ της ενάρξεως ισχύος των εν λόγω άρθρων (6 &7) , δεν υπάρχει υποχρέωση αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης.

Σημειωτέον  ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 ν. 4640/19 υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης από το δικηγόρο, για αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30-11-2019.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΜ. ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ– ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΟΣ  ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ

ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

 

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 25/2021

 Το ερώτημα είναι : Εάν με την εκουσία προσφυγή στη διαμεσολάβηση και τον ορισμό από κοινού διαμεσολαβητή από τα μέρη, μετά την άσκηση της αγωγής και τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση της ανεπιτυχούς διαμεσολάβησης, είναι κατά νόμον αναγκαία η διεξαγωγή ΥΑΣ;

 

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Με τις διατάξεις του ν. 4640/2019 ρυθμίζεται η διαμεσολάβηση, ως εναλλακτικό μέσο διευθέτησης διαφορών και η προβλεπομένη υποχρεωτικότητα αναφέρεται στη συμμετοχή σε μία αρχική συνεδρία των μερών με τον διαμεσολαβητή και όχι στην επίτευξη συμφωνίας, που παραμένει πάντοτε αναφαίρετο δικαίωμα των μερών, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, τα μέρη δύνανται ακωλύτως να προσφύγουν στη τακτική δικαιοσύνη.

 Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2,5, 4 παρ.1, περ. α΄, 5, 6, 7 παρ.6 και 7, 7, 8 παρ.2 του ως άνω νόμου προκύπτει ότι, εάν μετά την άσκηση αγωγής, τα μέρη προσφύγουν εκουσίως στη διαμεσολάβηση προς επίλυση της διαφοράς τους, δεν απαιτείται  υπαγωγή στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης, σε περίπτωση αποτυχίας της  εκουσίας διαμεσολάβησης.

 Για το παραδεκτό της συζητήσεως της αγωγής αρκεί  κατά νόμον η προσκομιδή ενώπιον του δικαστηρίου του συνταγέντος πρακτικού μη  επίτευξης συμφωνίας ( άρθρ. 8 παρ. 1 περ.στ΄, 2 εδαφ. β΄ ν. 4640/2019).

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 26/2021

Τα ερωτήματα είναι : Εάν  για την πληροφόρηση αρχικά της γραμματείας και μετέπειτα του Δικαστηρίου που θα επιληφθεί της υποθέσεως, αρκεί, πέραν της υποχρέωσης αναγραφής του τρόπου γνωστοποίησης του αρ.7 παρ 4, η καταγραφή των ανωτέρω ημερομηνιών στο ίδιο το Πρακτικό Περαίωσης της ΥΑΣ το οποίο υπογράφεται από όλα τα μέρη ,τους πληρεξουσίους και το διαμεσολαβητή ή απαιτείται και η προσκόμιση των ίδιων των γνωστοποιήσεων (email που έχουν σταλεί, αποδεικτικά συστημένης επιστολής ή άλλου τρόπου ηλεκτρονικής ενημέρωσης) και των αποδεικτικών αυτών,  και αν υπάρχει διαφοροποίηση ανάλογα με το εάν ο ενάγων παρέστη στην ΥΑΣ ή όχι;

Περαιτέρω – σε περίπτωση αναστολής λόγω υπαγωγής της διαφοράς σε διαμεσολάβηση , μετά την διεξαγωγή της ΥΑΣ, ή και σε περιπτώσεις που ενώ δεν προβλέπεται η διεξαγωγή της ΥΑΣ, εντούτοις τα Μέρη εκουσίως προβαίνουν σε υπογραφή συμφωνητικού Υπαγωγής της διαφοράς για την οποία έχει ασκηθεί η αγωγή – εάν είναι υποχρεωτική η προσκόμιση του συμφωνητικού υπαγωγής στη γραμματεία του Πρωτοδικείου εντός της αρχικής προθεσμία των 100 ημερών ή εντός της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων συνυπολογιζομένης και της αναστολής που υπολογίστηκε από την γνωστοποίηση της πρόσκλησης για την ΥΑΣ μέχρι την διεξαγωγή αυτής;

Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του  Ν.4640/19, «1.Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή ………για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας ή η συμφωνία της εκούσιας ………….. διαμεσολάβησης ……., αναστέλλει την παραγραφή ……………….και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης», «3. Οι δικονομικές προθεσμίες της παραγράφου 1 συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας …………………………..ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση …………….. Στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η συνέχιση των δικονομικών προθεσμιών δικαιολογείται για αντικείμενα της δίκης που δεν καλύπτονται από τη συμφωνία των μερών».

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η αναστολή των προθεσμιών στην ΥΑΣ, ισχύει από την έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή και στην εκούσια διαμεσολάβηση, από την ημερομηνία συμφωνητικού υπαγωγής και παύει - στην ΥΑΣ-  την ημερομηνία υπογραφής του πρακτικού περάτωσης ΥΑΣ και - στην εκούσια – την ημερομηνία πρακτικού αποτυχίας ή εν μέρει επιτυχίας .

            Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του Ν.4640/19 «7.Εφόσον τα μέρη αποφασίσουν να συνεχίσουν τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ………..συντάσσεται έγγραφο συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 5 του παρόντος, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός σαράντα (40) ημερών, που υπολογίζονται από την επομένη της λήξης της ανωτέρω εικοσαήμερης ή τριακονθήμερης προθεσμίας. Τα μέρη δύνανται να συμφωνούν παράταση της προθεσμίας των σαράντα (40) ημερών. ….».

            Στην περίπτωση της ΥΑΣ, είτε παραστάθηκαν όλα τα μέρη είτε όχι, ο διαμεσολαβητής θα πρέπει να προσαρτά στο πρακτικό περάτωσης,  πέραν του φύλλου βασικών στοιχείων και τα έγγραφα γνωστοποίησης προς τα μέρη καθώς αποτελούν πλήρη απόδειξη, για την έναρξη  ισχύος της αναστολής, η οποία παύει με το πρακτικό περάτωσης ΥΑΣ.

Συνεπώς με την σύνθεση σε σώμα (με συνδετικές σφραγίδες) των τριών στοιχείων (Πρακτικό περάτωσης ΥΑΣ, Φύλλο βασικών στοιχείων και αποδεικτικά γνωστοποίησης) επιτυγχάνεται πλήρης απόδειξη έναρξης και λήξης της αναστολής.

 

            Στην περίπτωση εκούσιας διαμεσολάβησης (άνευ ΥΑΣ), η έναρξη  ισχύος της αναστολής αποδεικνύεται με το πρακτικό υπαγωγής και παύει με το πρακτικό αποτυχίας ή εν μέρει επιτυχίας.

            Στην περίπτωση εκούσιας διαμεσολάβησης (κατόπιν ΥΑΣ) ισχύουν τα αμέσως ανωτέρω, με τη διαφοροποίηση (αρ.7§7) της συμφωνίας των μερών για την τυχόν παράταση, πέραν των 40 ημερών.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει εντός της προθεσμίας των 100 ημερών (ή 130 ημερών / κάτοικος εξωτερικού), να προσκομίζεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του επιμελέστερου των διαδίκων, το αντίστοιχο  αποδεικτικό έγγραφο (όπως ανωτέρω αναφέρεται), για να καταστεί εφικτός ο υπολογισμός χρονικής ισχύος και χορήγησης της αναστολής.

            Στην περίπτωση εκκρεμοδικίας, προκειμένου ο νομοθέτης να αποτρέψει την καταστρατήγηση του δικαίου, οριοθέτησε την χρονική περίοδο προσπάθειας επίλυσης της διαφοράς των μερών (με εκούσια διαμεσολάβηση), στους έξι (6)  μήνες, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 2 εδαφ. γ΄ Ν.4640/19 «………………..το Δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο ………………..όχι πέραν του εξαμήνου, ………. Η ίδια συνέπεια επέρχεται και στις λοιπές περιπτώσεις προσφυγής στη διαμεσολάβηση κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης.»

Επισημαίνεται ότι παρίσταται ανάγκη  τροποποιήσεως(συμπληρώσεως) των διατάξεων του άρθρου 7 παρ.4 εδαφ. β΄ και παρ.7 εδαφ. β΄, καθώς και προσθήκης παραγράφου  στο άρθρο 9 του Ν.4640/19, προς τούτο δε υπεβλήθη σχετική εισήγηση στον Πρόεδρο της ΚΕΔ προς απόφανση υπό των μελών της Επιτροπής.

 

22-4-2021

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΜ. ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ– ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΟΣ  ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 27/2021

Το ερώτημα είναι :  Εάν μια ανώνυμη εταιρία όπως είναι η ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε., η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και απολαμβάνει προνόμια Δημοσίου, όπως ορίζει το άρθρο 206 του ν. 4389/2016, υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4640/2019 περί Δημοσίου;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

 Επειδή κατά την διάταξη  της παραγράφου 1 του Άρθρο 6 του ν. 4640/2019 «1. Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς:…», ενώ κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου  «2.Εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης της παραγράφου 1 οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.».

Εκ της ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εξαίρεση από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης αφορά στις διαφορές όπου διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο υπό στενή έννοια, δηλαδή εκπροσωπούμενο ή/και  υπό του Υπουργού των Οικονομικών, και όχι τα νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως οι ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες το Ελληνικό δημόσιο ή ιδρυόμενα υπ’ αυτού νομικά πρόσωπα αποτελούν τους αποκλειστικούς ή κυρίως μετόχους, εκτός εάν άλλως ρητώς  ορίζεται.

Εξ άλλου, εκ των διατάξεων των άρθρων 184 και 188 του Ν 4389/2016, εν συνδυασμώ προς τις διατάξεις του ν. 2636/1998 προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.(ΕΕΣΥΠ) είναι εταιρεία συμμετοχών   που  διέπεται  από  τις  διατάξεις  του  ν.  4389/2016,  όπως  έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν.2190/1920. Η Εταιρεία δεν ανήκει στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται. Οι διατάξεις που αναφέρονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, υπό την έννοια του ν.3429/2005 δεν εφαρμόζονται ως προς την Εταιρεία, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητά από τον ν.4389/2016.

Επίσης,  η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. αποτελεί την μεγαλύτερη εταιρεία διαχείρισης και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου και αποτελεί 100% θυγατρική της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας, λειτουργεί  δε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Περαιτέρω, στο   άρθρο 206 του ν. 4389/2016, που αφορά στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε ορίζεται ότι «  Η Εταιρεία και οι άμεσες θυγατρικές της (εκτός από το ΤΧΣ και το ΤΑΙΠΕΔ για τα οποία εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των ιδρυτικών τους νόμων), απολαμβάνουν όλων των διοικητικών, οικονομικών, φορολογικών, δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, πλην του ΦΠΑ».

 Επί τη βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως κρίνεται ότι η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. εξαιρείται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, στις διαφορές στις οποίες αποτελεί διάδικο μέρος.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

 

 

 

ΚΩΛΥΜΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ

ΑΡΙΘΜΟΣ 28/2021

Το ερώτημα είναι :  Εάν υπάρχει κώλυμα στο πρόσωπο διαμεσλαβήτριας προς διενέργεια ΥΑΣ ή  εκούσιας διαμεσολάβησης ως  εκ του γεγονότος ότι συνέταξε ως πληρεξούσια δικηγόρος του επισπεύδοντος ένορκη βεβαίωση για την ίδια διαφορά και έλαβε αμοιβή;  

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

    Το άρθρο 14 του Νόμου 14 του Νόμου 4640/2019 ,προβλέπει τις περιπτώσεις, στις οποίες υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, που εμποδίζει τον διαμεσολαβητή να αναλάβει καθήκοντα και ,εάν έχει ήδη αναλάβει ,να μην εξακολουθήσει να τα ασκεί, εκτός εάν ,αφού γνωστοποίηση στα μέρη τα περιστατικά, τα οποία  δημιουργούν την σύγκρουση συμφερόντων ,τα μέρη χορηγήσουν την ρητή συγκατάθεση τους για να αναλάβει καθήκοντα ο διαμεσολαβητής ή για να συνεχίσει να τα ασκεί ,κατά περίπτωση.

Σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει ιδίως στις περιπτώσεις του άρθρου 14 παρ. 1 (α),((β),(γ) και (δ) του Νόμου 4640/2019.

Ειδικότερα, σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει στις περιπτώσεις της παραγράφου 1(α) και (γ) του εν λόγω άρθρου, ήτοι στις περιπτώσεις ( α) προσωπικής ή επαγγελματικής σχέσης του διαμεσολαβητή με ένα από τα μέρη ή τους νόμιμους παραστάτες τους ή λήψης αμοιβής στο παρελθόν για παροχή υπηρεσιών σε οποιοδήποτε από τα μέρη ή (γ) ανάμειξης του διαμεσολαβητή, κατά οποιονδήποτε τρόπο, στο αντικείμενο της διαφοράς.

Εξ άλλου ,του  Νόμου μη διακρίνοντος, τα ανωτέρω εφαρμόζονται τόσο στην περίπτωση που πρόκειται για εκούσια διαμεσολάβηση ,όσο και στην περίπτωση που πρόκειται για ΥΑΣ .

Στην περίπτωση για την οποία έχει τεθεί το ερώτημα, είναι  σαφές ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων και ότι η ερωτώσα δικηγόρος δεν μπορεί να αναλάβει καθήκοντα διαμεσολαβήτριας στην συγκεκριμένη υπόθεση ,στην οποία αρχικά ενήργησε για λογαριασμό του επισπεύδοντας μέρους και έλαβε αμοιβή,  δεδομένου ότι το έτερο μέρος δηλώνει ρητά την άρνηση του προς τούτο, έστω και εάν προηγουμένως είχε συμφωνήσει .

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 29/2021

Το ερώτημα είναι :  εάν, σε περίπτωση άσκησης πρόσθετης παρέμβασης υπέρ τινός των εναγομένων, και ιδίως από ασφαλιστική εταιρεία, είναι υποχρεωτικό να συμμετάσχει στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) και ο προσθέτως παρεμβαίνων;  

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

    Ο ν. 4640/2019, πιστός τόσο στους προκατόχους του (ν. 3898/2010 και ν. 4512/2018) όσο και στην Οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008, δεν προβαίνει σε ρητό ορισμό του «μέρους» που συμμετέχει στην διαδικασία της διαμεσολάβησης. Αντιθέτως, μας ωθεί στη βάσανο της ερμηνευτικής αναζήτησης αυτού, μέσα από τις ίδιες τις διατάξεις του.

Ο προσδιορισμός της έννοιας του «μέρους» είναι αναγκαίο να γίνει μέσα από την περιπτωσιολογία της διαμεσολάβησης, και δεν μπορεί να δοθεί μία και μόνο κοινή προσέγγισή αυτού. Πιο συγκεκριμένα, η υπαγωγή στη διαμεσολάβηση μπορεί να διακριθεί με βάση το πλαίσιο στο οποίο αυτή λαμβάνει χώρα, δηλαδή εξωδικαστικά ή ενδοδικαστικά[1], έχοντας όμως ως κοινό παρονομαστή και οι δύο περιπτώσεις την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς. Στην πρώτη περίπτωση είναι προφανές ότι η έννοια του «μέρους» προσεγγίζεται με ένα ουσιαστικό κριτήριο, δεδομένου ότι τα μέρη που συμμετέχουν στην διαμεσολάβηση έχουν συνάψει είτε σύμβαση που εμπεριέχει ρήτρα διαμεσολάβησης είτε συμφωνία διαμεσολάβησης.

Αντίθετα, στην περίπτωση της διαμεσολάβησης όπου αυτή λαμβάνει χώρα ενδοδικαστικά, φαίνεται το «μέρος» να προσδιορίζεται κατ' αρχήν με το ίδιο τυπικό κριτήριο που προσδιορίζεται και η έννοια του διαδίκου. Έτσι, στην μεν περίπτωση της υπαγωγής σε διαμεσολάβηση κατά τη διαδικασία του άρθ. 4 §2 γίνεται ρητή αναφορά στα «διάδικα μέρη»(in fine), στην δε περίπτωση της ΥΑΣΔ πρέπει διακρίνουμε ανάλογα με το αν η πρόσκληση σε αυτή συντελείται πριν ή μετά την άσκηση της αγωγής· στην πρώτη περίπτωση η πρόσκληση σε ΥΑΣΔ απευθύνεται στα πρόσωπα που ο επισπεύδων κατονομάζει με την αίτησή προσφυγής σε ΥΑΣΔ ως μελλοντικούς αντιδίκους, ενώ στην δεύτερη περίπτωση επισπεύδεται από τον επιμελέστερο διάδικο, συνήθως τον ενάγοντα, και απευθύνεται κατ' αρχήν κατά του αντιδίκου του. Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις αυτές, ως μέρη που επιτρέπεται να μετέχουν στην σχετική κάθε φορά διαδικασία θα πρέπει να θεωρηθούν κατ' αρχήν οι διάδικοι που έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε πρόσωπα που δεν έχουν αυτή την ιδιότητα να μην μπορούν να συμμετέχουν, όπως παραδείγματος χάριν ο (απλώς) προσθέτως παρεμβαίνων.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι αφενός η ΥΑΣΔ λαμβάνει χώρα ενδοδικαστικά, δηλαδή στο πλαίσιο κάποιας ήδη εκκρεμούς ή μελλοντικής δίκης, και αφετέρου το πρακτικό αυτής συμβάλλει στην εξέλιξη και πρόοδο της δίκης, ώστε τυχόν απουσία του να οδηγεί σε απαράδεκτο της συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης αποτελεί διαδικαστική πράξη, έστω και ιδιόμορφη στο βαθμό που συντελείται σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής.

Με την διαπίστωση ότι η ΥΑΣΔ αποτελεί διαδικαστική πράξη, είναι ευκόλως νοητό ότι τα υποκειμενικά όρια της διαδικασίας της ΥΑΣΔ επεκτείνονται και στον τυχόν προσθέτως παρεμβάντα, δυνάμει της ΚΠολΔ 82, όχι όμως και σε αυτόν που δικαιούται να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση αλλά δεν το έχει πράξει μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο. Μάλιστα, ο προσθέτως παρεμβάς, ανεξαρτήτως αν ανέλαβε την δίκη κατ' άρθ. 85 ΚΠολΔ, όχι μόνο πρέπει να προσκαλείται στη διαδικασία της ΥΑΣΔ (ΚΠολΔ 82 εδ. γ'), αλλά πολύ περισσότερο μπορεί και ο ίδιος να την επισπεύσει για λογαριασμό του υπέρ ου η παρέμβαση (ΚΠολΔ 82 εδ. α'). Ακολούθως, επί του ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι ο προσθέτως παρεμβάς είναι υποχρεωτικό να συμμετέχει στην διαδικασία της ΥΑΣΔ, δυνάμει της ΚΠολΔ 82.

Για την πληρότητα της απάντησης, και χωρίς να διαφοροποιείται ιδιαίτερα αυτή, σημειώνουμε ότι η διαδικασία της ΥΑΣΔ πρέπει να διακρίνεται από την μετέπειτα αυτής υπαγωγή σε διαμεσολάβηση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4640/2019, ως ΥΑΣΔ νοείται η συνεδρία στην οποία τα μέρη δέχονται ενημέρωση, κατευθύνσεις, οδηγίες και διασαφήσεις επί της διαδικασίας της διαμεσολάβησης και των ωφελειών της από πλευράς του διαμεσολαβητή σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η υποχρεωτικότητα της συνεδρίας έγκειται μόνο στο γεγονός ότι η συζήτηση της τυχόν ασκηθησομένης ή ήδη ασκηθείσας αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί πρακτικό υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης, και όχι στην υποχρεωτική διεξαγωγή πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης με επίτευξη συμφωνίας. Σκοπός, με άλλα λόγια, την ΥΑΣΔ είναι τα μέρη να ενημερωθούν από τον αντικειμενικό και αμερόληπτο τρίτο, τον διαμεσολαβητή, για τα οφέλη, τις δυνατότητες, την διαδικασία της διαμεσολάβησης και όχι να μετέλθουν της βασάνου μιας πλήρους διαδικασίας διαμεσολάβησης, όπως αυτή θα ίσχυε αν τα μέρη είχαν προσφύγει εκουσίως.

Από την άλλη, η υπαγωγή σε διαμεσολάβηση μετά την πραγματοποίηση της ΥΑΣΔ προϋποθέτει θετική, ρητή προς τούτο βούληση (ιδιωτική αυτονομία) των μερών που συμμετείχαν στην ΥΑΣΔ, συμπεριλαμβανομένου και του προσθέτως παρεμβάντα. Η δε επιτυχής ολοκλήρωση της διαμεσολάβησης επιφέρει κατάργηση τόσο της κύριας δίκης όσο και της τυχόν δίκης που αφορά την ασκηθείσα με προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwaltin)

 

 


[1] Προκρίνουμε την χρήση του όρου «ενδοδικαστικα» αντί του «δικαστικά», αφενός για αποφυγή σύγχυσης με τον δικαστικό συμβιβασμό, αφετέρου για να αποδοθεί εναργέστερα ότι η διαδικασία της διαμεσολάβησης, είτε ΥΑΣΔ είτε κατόπιν πρότασης Δικαστηρίου κατά άρθ. 4 §2, λαμβάνει χώρα στα πλαίσια υφιστάμενης ή μελλοντικής δικαστικής διαμάχης, και επενεργεί στην διαδικασία της δίκης.

ΑΡΙΘΜΟΣ 30/2021

Το ερώτημα είναι :  εάν διαφορά, στην οποία ενάγεται αλλοδαπό δημόσιο υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ;

 

 Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 4640/2019 « 2.Εξαιρούνται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης της παραγράφου 1 οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.».Εκ της τελολογικής  ερμηνείας της ανωτέρω διατάξεως, αλλά και εκ της βουλήσεως του νομοθέτη, προκύπτει ότι εφ’  όσον στις διαφορές της παραγράφου 1 διάδικο μέρος είναι αλλοδαπό Δημόσιο κλπ, τότε  αυτές εξαιρούνται από την  ΥΑΣ. Κρίνεται ότι η διάταξη πρέπει να ερμηνευθή διασταλτικώς και να συμπεριλάβει στην προβλεπομένη εξαίρεση και τις διαφορές , στις οποίες εμπλέκεται ως διάδικος αλλοδαπό δημόσιο.

 

6-5-2021

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

 ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη ,Δικηγόρος ε.τ., Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης – MCIArb, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πρόεδρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ, Αν. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

 

 ΑΡΙΘΜΟΣ 31/2021

Το ερώτημα είναι : Σε αγωγή τακτικής διαδικασίας Ειρηνοδικείου που δεν υπάγεται λόγω ποσού σε ΥΑΣ και ο δικηγόρος που καταθέτει το δικόγραφο είναι ο ενάγων (καταθέτει αγωγή για δική του προσωπική υπόθεση), χρειάζεται να προσκομίσει στο δικαστήριο το έγγραφο ενημέρωσης του άρθρου 3 παρ. 2 για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς; Εάν δεν το προσκομίσει, η αγωγή θα απορριφθεί ως απαράδεκτη;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4640/2019 «1.Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντι­κείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. 2.Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρε­ξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί επί ποινή απαραδέκτου αυτής».

Εκ  μόνης της γραμματικής  ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς  ότι η υποχρέωση του πληρεξουσίου δικηγόρου περί ενημερώσεως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης διαφοράς και για την υποχρεωτική προσφυγή στην αρχική συνεδρία, προβλέπεται προς τον εντολέα αυτού, η δε συμπλήρωση, υπογραφή και κατάθεση του ενημερωτικού εγγράφου προϋποθέτει  το πρόσωπο του επισπεύδοντος  διαδίκου ως εντολέως τούτου (δικηγόρου). Οι ανωτέρω διατάξεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής, εντεύθεν δεν τίθεται  υποχρεώσεως ενημερώσεως και συμπληρώσεως σχετικού εγγράφου στην περίπτωση κατά την οποία επισπεύδων διάδικος στην διαφορά, προσφεύγων στο Δικαστήριο  και εκπροσωπών ο ίδιος εαυτόν, είναι δικηγόρος.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

Εισηγητής: Κυριάκος Οικονόμου

 

ΑΡΙΘΜΟΣ      32 /2021

Επί ασκηθείσης αγωγή αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης, οι εναγόμενοι προτίθενται να καταθέσουν "Ανακοίνωση Δίκης με Προσεπίκληση σε Αναγκαστική Παρέμβαση - Παρεμπίπτουσα Αγωγή Αποζημίωσης" κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, προς κάλυψη της ζημίας σε ενδεχόμενη ήττα ΕΡΩΤΑΤΑΙ εάν  η διαφορά αυτή υπάγεται σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση (ΥΑΣ) και εάν  πρέπει να γίνεται σχετική μνεία στο δικόγραφο; 

Εκ της ερμηνείας των διατάξεων των  άρθρ.  2 παρ. 1 και 2 , άρθρ.   3 παρ. 2, άρθρ.  6 παρ. 1 και 3, άρθρ.   7 παρ. 1 και 2  του ν 4640/2019 προκύπτει ότι  με το δικόγραφο της "Ανακοίνωσης Δίκης με Προσεπίκληση σε Αναγκαστική Παρέμβαση - Παρεμπίπτουσας Αγωγή Αποζημίωσης" εισάγεται προς διερεύνηση  μία αυτοτελής διαφορά,  η οποία υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εντεύθεν ενεργοποιείται η υποχρέωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος να ενημερώσει εγγράφως συμφώνως προς τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ιδίου νόμου.

 Περαιτέρω επισημαίνονται τα ακόλουθα: Οι διατάξεις του ν. 4640/2019 δεν περιλαμβάνουν ρυθμίσεις περί συμμετοχής τρίτων στην διαμεσολάβηση , ως πράττουν οι σχετικές διατάξεις του ΚΠοΛΔ.

Παρά ταύτα παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους της κυρίας δίκης, να διευρύνουν, κατόπιν συνεννοήσεως με τον διαμεσολαβητή, τους συμμετέχοντας στην διαμεσολάβηση, ώστε να δυνηθή να συμμετάσχη σε αυτήν ο προσεπικαλούμενος υπό του εναγομένου  δικονομικώς εγγυητής και παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ο οποίος, πέραν της εννόμου σχέσεως με τον προσεπικαλούντα  συνδέεται και έχει άμεσο ενδιαφέρον  να συμμετάσχη στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, κατά την συζήτηση επί  της κυρίας αξιώσεως, της οποίας δυνατόν να καταστή οφειλέτης.

Καταδεικνύεται ότι, παρά την ύπαρξη δύο, κατά τον νόμο, αυτοτελών διαφορών, επιβάλλεται κατόπιν πρωτοβουλίας των αμέσως ή  εμμέσως εμπλεκομένων να διεξάγουν από κοινού την ΥΑΣ, η οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, παρέχει την δυνατότητα αποτελεσματικής διευθετήσεως όλων των αξιώσεων. Συμπληρωματικώς αναφερόμαστε στις αιτιολογικές σκέψεις της  ανηρτημένης στον οικείο τόπο υπ’ αριθ. 29 Γνωμοδοτήσεως. 

Εκ μέρους της Επιτροπής

Κυριάκος Οικονόμου

Αρεοπαγίτης επί τιμή

Εισηγητής Κ. Οικονόμου

Αριθμός 33/2021

Ερωτάται εάν, επί αγωγή χρηματικής απαίτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (νέα τακτική διαδικασία) όπου απαιτείται διεξαγωγή ΥΑΣΔ για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής και ο εναγόμενος απεβίωσε προ ολίγων ημερών, καλούνται οι κληρονόμοι του στην ΥΑΣΔ· ποια η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να κληθούν οι κληρονόμοι στην ΥΑΣΔ από τον διαμεσολαβητή, και τέλος, εάν θα πρέπει ο διαμεσολαβητής να λάβει γνώση του θανάτου εγγράφως για να κληθούν οι κληρονόμοι ή αρκεί προφορική ενημέρωση του θανάτου του

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με τις ΚΠολΔ 286 περ. α’ και 287 §1,  η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση πεθάνει κάποιος διάδικος, η δε διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης· η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Στη γνωστοποίηση δεν απαιτείται να επισυνάπτονται ή να προσκομίζονται και τα αντίστοιχα αποδεικτικά έγγραφα . Αν δεν έχει πραγματοποιηθεί προσήκουσα γνωστοποίηση του λόγου, δεν προκαλείται διακοπή της δίκης, οι δε διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται στο όνομα του θανόντος δεν πάσχουν ακυρότητας, ενώ ο αντίδικος εγκύρως απευθύνει τις διαδικαστικές πράξεις κατά του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει λόγος διακοπής, ακόμη και αν ο αντίδικος το έχει λάβει γνώση αυτού.

Εξάλλου, κατά το άρθ. 290 ΚΠολΔ η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε n διακοπή. Σιωπηρή είναι η δήλωση επανάληψης που γίνεται, μεταξύ άλλων, και με συμμετοχή σε άλλη διαδικαστική πράξη . Η δήλωση επανάληψης μπορεί να γίνει ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, ενώ σε αυτήν μπορεί να προβεί μόνο ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Η νόμιμη εξουσία του προσώπου αυτού για τη συνέχιση της δίκης εξετάζεται παρεμπιπτόντως και μόνο αν προβάλλονται σχετικές αντιρρήσεις κατά τον προσήκοντα κάθε φορά χρόνο προβολής των ισχυρισμών των διαδίκων.

Άλλωστε, ο κληρονόμος δεν μπορεί να κληθεί για να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν περάσει η προθεσμία της αποποίησης ή πριν απωλέσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα της αποποίησης, κατά την ΚΠολΔ 292.

Περαιτέρω, και με δεδομένο ότι αφενός η ΥΑΣΔ λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο κάποιας ήδη εκκρεμούς ή μελλοντικής δίκης, και αφετέρου το πρακτικό αυτής συμβάλλει στην εξέλιξη και πρόοδο της δίκης, ώστε τυχόν απουσία του να οδηγεί σε απαράδεκτο της συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης αποτελεί διαδικαστική πράξη, έστω και ιδιόμορφη στο βαθμό που συντελείται σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής.

Κατόπιν τούτου, προκύπτει ότι παραδεκτά μπορεί ο διάδικος που δικαιούται προς τούτο, και υπέρ του οποίου συντελείται η επανάληψη, να γνωστοποιήσει στον αντίδικο τόσο τον λόγο βίαιης διακοπής της δίκης όσο και την επανάληψη αυτής. Κατά την ΥΑΣΔ δεν απαιτείται να προσκομισθούν τυχόν νομιμοποιητικά έγγραφα, διότι αφενός για τον προσδιορισμό του μέρους που συμμετέχει στην ΥΑΣΔ χρησιμοποιείται το τυπικό κριτήριο του διαδίκου, αφετέρου οι τυχόν αντιρρήσεις από την πλευρά του αντιδίκου θα πρέπει να προβληθούν με τις προτάσεις, ο δε διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή με τις προτάσεις προσκομίζει παραδεκτά το σύνολο των αποδεικτικών του μέσων.

Η απάντηση όμως πρέπει, κατ’ αρχήν, να διαφοροποιηθεί στην περίπτωση που ο κληρονόμος του θανόντα διαδίκου δεν προβαίνει εκουσίως στην γνωστοποίηση του λόγου βίαιης διακοπής και της εκούσιας επανάληψης της δίκης. Στην περίπτωση αυτή, ο αντίδικος δεν μπορεί να καλέσει τον κληρονόμο σε επανάληψη της δίκης, κατά τα οριζόμενα και τις προϋποθέσεις της ΚΠολΔ 292, διαφορετικά η πρόσκληση αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και αυτεπάγγελτα . Ακολούθως, στην περίπτωση που η ΥΑΣΔ επισπεύδεται από τον αντίδικο του θανόντα διαδίκου, θα πρέπει κατ’ αρχήν στον τελευταίο να απευθυνθεί και η πρόσκληση σε ΥΑΣΔ.

Εντούτοις, αυτή η κατ’ αρχήν ορθή δογματικά θέση φαίνεται να οδηγεί σε δικαιοπολιτικα εσφαλμένα αποτελέσματα, αν δεν ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση της ίδιας της ΥΑΣΔ. Ειδικότερα, η ΥΑΣΔ προαναφέραμε ότι αποτελεί διαδικαστική πράξη, η προδικασία της όμως, όπως αυτή προβλέπεται στην §1 του άρθ. 7 ν. 4640/2019, διακρίνεται για την ιδιαίτερη σε σχέση με αυτή της πολιτικής δίκης ευελιξία, όπως άλλωστε προσιδιάζει και στην ίδια την διαδικασία της διαμεσολάβησης. Πιο συγκεκριμένα, ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με κάθε πρόσφορο μέσο με τα μέρη για την αποδοχή του διορισμού του. Κατά την πρώτη αυτή επικοινωνία της §1 του άρθ. 7 ν. 4640/2019 δεν έχει ορισθεί διαμεσολαβητής για την ΥΑΣΔ είτε με συμφωνία είτε μέσω της ΚΕΔ, η δε αυτή επικοινωνία έχει διερευνητικό ρόλο στο βαθμό που κατατείνει απλώς στην διερεύνηση ύπαρξης ή μη συμφωνίας στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή.

Περαιτέρω, η έκφραση βούλησης εκ μέρους του προσκαλούμενου μέρους είτε αρνητικά είτε θετικά προς τον ορισμό του διαμεσολαβητή θα πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη πράξη της διαδικαστικής πράξης της ΥΑΣΔ, τουλάχιστον αναφορικά με το προσκαλούμενο στην ΥΑΣΔ μέρος. Και αυτό, διότι είτε θα εκφρασθεί ρητή συναίνεση προς τον ορισμό του διαμεσολαβητή, είτε θα κινηθεί εξαιτίας της άρνησης προς συναίνεση η διαδικασία ορισμού μέσω της ΚΕΔ. Και στις δύο πάντως αυτές περιπτώσεις θα έχουμε εξωτερίκευση βούλησης και αντίστοιχη συμμετοχή σε διαδικαστική πράξη, που θα δικαιολογεί την σιωπηρή επανάληψη της δίκης μετά της γνωστοποίησης του λόγου βίαιης διακοπής. Διαφορετικό θα πρέπει να είναι, όμως, το αποτέλεσμα στην περίπτωση αδυναμίας επικοινωνίας. 

 Ως εκ τούτου δικαιοπολιτικοί λόγοι και η φύση του σταδίου αυτού της ΥΑΣΔ προκρίνουν ως ορθή την άποψη ότι αυτή η αρχική επικοινωνία για τον ορισμό του διαμεσολαβητή μπορεί να συντελεστεί απευθείας με τους κληρονόμους του θανόντα διαδίκου, χωρίς αυτή να εκληφθεί ως πρόσκληση σε επανάληψη της δίκης κατ’ άρθ. 292 ΚΠολΔ. Ήδη στο στάδιο αυτό οι κληρονόμοι του θανόντα διαδίκου έχουν λάβει άτυπη γνώση περί της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης (στην περίπτωση που την αγνοούσαν), και ως εκ τούτου μπορούν είτε να μην προβούν σε κάποια ενέργεια (εωσότου παρέλθει η νόμιμη προθεσμία για την αποποίηση ή απωλέσουν το δικαίωμα αποποίησης, οπότε και θα μπορεί ο αντίδικος να τους προσκαλέσει σε αναγκαστική επανάληψη), είτε να εφόσον το επιθυμούν να εναντιωθούν στον ορισμό του προτεινόμενου διαμεσολαβητή ή να παρασταθούν στην ΥΑΣΔ, γνωστοποιώντας και στις δύο περιπτώσεις σιωπηρά ή ρητά, αντίστοιχα, τον λόγο της βίαιης διακοπής δίκης και επαναλαμβάνοντας την δίκη από το σημείο αυτό.

Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο θάνατος του διαδίκου λάβει χώρα ενώ έχει ήδη ορισθεί με συναίνεση ή μέσω της ΚΕΔ ο διαμεσολαβητής, για λόγους αποφυγής άνισων και ανεπιεικών λύσεων, προκρίνουμε ότι θα πρέπει να επαναληφθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, δηλαδή της άτυπης ενημέρωσης των κληρονόμων, με τις αντίστοιχες διακρίσεις ανά περίπτωση.

Εφόσον, όμως, υπάρξει αδυναμία επικοινωνίας με τους κληρονόμους, η διαδικασία της ΥΑΣΔ οφείλει να συνεχισθεί κανονικά απευθυνόμενη προς τον θανόντα διάδικο, δεδομένου ότι δεν έχει συντελεστεί μέχρι και εκείνο το σημείο η απαραίτητη προσήκουσα γνωστοποίηση του άρθ. 287 ΚΠολΔ.

Εκ μέρους της Επιτροπής

Κυριάκος Οικονόμου

Αρεοπαγίτης επί τιμή

Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

ΑΡΙΘΜΟΣ 34/2021

ΕΡΩΤΗΜΑ: Υπόθεση οικογενειακή στην οποία έγινε διαμεσολάβηση και υπογράφηκε πρακτικό επιτυχίας. Υπήρχε αγωγή για τα θέματα τα οποία επίλυσε η διαμεσολάβηση, όμως μήνες μετά το ένα από τα μέρη που άλλαξε γνώμη για τη συμφωνία, προχωράει και ασκεί ανταγωγή για θέματα όμως τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί με διαμεσολάβηση. Το πρακτικό έχει κατατεθεί οπότε υπάρχει εκτελεστός τίτλος. Το ερώτημα είναι το εξής: 1) Τι έγγραφα απαιτείται να προσκομίσει ο δικηγόρος ώστε να καταργηθεί η εκκρεμής δίκη; 2) Πού και πότε οφείλει να τα προσκομίσει; 3) Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο τί πρέπει να αναφέρει στον δικαστή; 4) Τί οφείλει ο δικηγόρος να πει στον δικαστή της έδρας και πως θα πρέπει ο δικαστής να χειριστεί τέτοια περίπτωση;

Επί του υποβληθέντος πιο πάνω ερωτήματος ,προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση :

 

Σύμφωνα με το  άρθρο 8 παρ. 2 ν. 4640/2019 : “Μετά την κατάθεση του πρακτικού στο Δικαστήριο, η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενο της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται.”

 

Εξ άλλου, στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου  4 του άρθρου 268 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζονται τα ακόλουθα:

«. Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο, που επιδίδεται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου και οκτώ τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου.»

Η ανταγωγή συνεκδικάζεται με την αγωγή αποτελούσα μέσο  άμυνας κατ’ αυτής.

Κατά την εκφώνηση της αγωγής  - η οποία εν προκειμένω εξακολουθεί να εκκρεμεί-και της ανταγωγής ( η οποία ,εάν δεν έχει προσδιοριστεί εξ αρχής στην ίδια δικάσιμο κατά την οποία έχει προσδιοριστεί η εκκρεμούσα αγωγή ,θα αναβληθεί για  την ίδια δικάσιμο με την αγωγή ), ο ενάγων θα προσκομίσει και θα υποβάλει στο Δικαστήριο επικυρωμένο αντίγραφο του Πρακτικού περαίωσης της διαδικασίας της Διαμεσολάβησης ,με την οποία επήλθε επίλυση της διαφοράς περί της οποίας η αγωγή , όπως  θα έχει κηρυχθεί εκτελεστό από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στην Γραμματεία του οποίου θα έχει κατατεθεί αυτό ,με την επ’ αυτού θέση τού εκτελεστηρίου τύπου σύμφωνα με το άρθρο 918 ΚΠολΔ .Ο ενάγων θα προβάλει τον ισχυρισμό ότι με το εν λόγω Πρακτικό έχουν επιλυθεί τα θέματα ,που αποτελούν αντικείμενο της ανταγωγής ,η οποία είναι ,κατά συνέπεια, απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί ,ενώ ταυτόχρονα θα αιτηθεί  την κατάργηση της δίκης ,που άνοιξε με την αγωγή. Άπαντα τα ανωτέρω με την επίκληση εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.2 του Νόμου 4640/2019.

Το Δικαστήριο θα εξετάσει το περιεχόμενο της αγωγής, της ανταγωγής και του Πρακτικού Διαμεσολάβησης περί επίλυσης της διαφοράς προκειμένου να διαπιστώσει και να αποφανθεί  εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8παρ.2 του Νόμου 4640/2019.Σε καταφατική δε περίπτωση, θα απορρίψει την ανταγωγή ως απαράδεκτη και θα καταργήσει την εκκρεμούσα δική στο σύνολο της.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη ,Δικηγόρος ε.τ., Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης – MCIArb, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πρόεδρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ, Αν. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 35/2021

ΕΡΩΤΗΜΑ:

«Μου ανατέθηκε από την επιτροπή υπόθεση για την διεξαγωγή ΥΑΣ κατόπιν του από 20/4/2021 αιτήματος του Σ.Ζ. Μετά την αποδοχή εκ μέρους μου ενημέρωσα τους πληρεξούσιους δικηγόρους προκειμένου να προβούμε στις απαραίτητες ενέργειες. Διαπίστωσα τότε ότι κατά την ημερομηνία ανάθεσης είχε ήδη κλείσει ο φάκελος της δικογραφίας καθώς είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία των 100 ημερών (πρόκειται για υπόθεση νέας τακτικής Μονομελούς).

Ο ενάγων μου δήλωσε ότι θέλει να γίνει η ΥΑΣ και να επιχειρήσει να την προσκομίσει κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Οι αντίδικοι  αμφισβητούν την νομιμότητα της ΥΑΣ στο παρόν στάδιο.

Παρακαλώ να με ενημερώσετε αν μπορώ νομίμως να προχωρήσω σε διεξαγωγή ΥΑΣ παρά τις αντιρρήσεις των εναγομένων.»

Επί του υποβληθέντος πιο πάνω ερωτήματος ,προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση :

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1(β)  του Νόμου 4640/2019 , στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης - ΥΑΣΔ υπάγονται (και )

« Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ......»

Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 παρ.2 εδάφιο πρώτο του Νόμου,  « Το επισπεύδον μέρος υποβάλλει στον διαμεσολαβητή που έχει οριστεί από τα μέρη ή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αποστέλλοντάς του ηλεκτρονικά ή με άλλον πρόσφορο τρόπο συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο υποχρεωτικά αναγράφονται τα στοιχεία των μερών σύμφωνα με την περίπτωση 3 του άρθρου 118 ΚΠολΔ., καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής» .

Ο ερωτών διαμεσολαβητής ,ο οποίος  διορίστηκε από την ΚΕΔ , δεν αναφέρει εάν ο ενάγων ( επισπεύδων ) του απέστειλε αίτημα προσφυγής στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, μετά την εκ μέρους του  αποδοχή του διορισμού του .

Σε κάθε περίπτωση , η  συνακόλουθη επικοινωνία του διαμεσολαβητή με τα μέρη αφορά αποκλειστικά στον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της ΥΑΣΔ ,σύμφωνα με το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Νόμου, που προβλέπουν  ότι « Ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με κάθε πρόσφορο μέσο με τα μέρη για τον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση μη συμφωνίας, ο διαμεσολαβητής ορίζει την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας. Και στις δύο περιπτώσεις γνωστοποιεί τα παραπάνω στοιχεία στα μέρη εγγράφως πέντε (5) τουλάχιστον μέρες πριν από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής της γνωστοποίησης».

Σε καμία διάταξη του Νόμου δεν προβλέπεται  δικαίωμα ή /και  υποχρέωση του διαμεσολαβητή να ερευνά/  ελέγχει εάν η προδικασία, που συνιστά  η ΥΑΣΔ, επιχειρείται εμπρόθεσμα. Εάν του το ζητήσουν οι διάδικοι ή έσω και ένας από αυτούς, θα φροντίσει να ορίσει χρόνο διεξαγωγής της ΥΑΣΔ και έκδοσης του Πρακτικού περαίωσης της   σε χρόνο τέτοιο ώστε να είναι εφικτή η κατάθεση του Πρακτικού μαζί με τις προτάσεις και μέσα στην νόμιμη προθεσμία κατάθεσης τους ( 100 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο διαμεσολαβητής πληροφορείται από τα μέρη ότι η πιο πάνω  προθεσμία των 100 ημερών έχει ήδη παρέλθει και ότι ο φάκελος του Δικαστηρίου σχετικά  με  την υπόθεση έχει κλείσει ( συνεπώς πρέπει να έχει παρέλθει και η δεκαπενθήμερη  προθεσμία  κατάθεσης προσθήκης αντίκρουση των προτάσεων ,σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ.2 του ΚΠολΔ ).

 

Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ο διαμεσολαβητής δεν έχει υποχρέωση , αλλά ούτε την δυνατότητα να ελέγξει την ορθότητα αυτών των πληροφοριών ,οι οποίες  δεν του επιτρέπουν να αρνηθεί να διεξάγει την ΥΑΣΔ ,εφόσον νόμιμα έχει διοριστεί από την ΚΕΔ, έχει αποδεχτεί εμπρόθεσμα τον διορισμό του και υπό  την  απαραίτητη προϋπόθεση ότι  το επισπεύδον μέρος του έχει αποστείλει προσηκόντως αίτημα υπαγωγής στην διαμεσολάβηση. .

 Με τις πιο πάνω  προϋποθέσεις, στην υπό συζήτηση υπόθεση ,ο διαμεσολαβητής οφείλει  να προβεί στην διεξαγωγή της ΥΑΣΔ, παρά την άρνηση των  εναγομένων,  η ενδεχόμενη μη παράσταση των οποίων  και οι συνέπειες της ( επιβολή χρηματικής ποινής )  θα αξιολογηθεί  από το Δικαστήριο και θα είναι  σε  απόλυτη συνάρτηση   με την κρίση του περί του παραδεκτού ή μη της διεξαγωγής της ΥΑΣΔ μετά την προθεσμία των 100 ημερών για την υποβολή των προτάσεων , με  προφανές αποτέλεσμα να μην έχει συνυποβληθεί με τις προτάσεις το Πρακτικό περαίωσης της .

Για την πληρότητα της απάντησης , αναφέρομε  το άρθρο 3 παρ.2 του Νόμου 4640/2019, που προβλέπει ότι  « Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής.

Ίσως ο Νομοθέτης να παρέλειψε τον σύνδεσμο «και» στην φράση « κατατίθεται .........ή με τις προτάσεις («και» ) μέχρι τη συζήτηση ......»

Κατά την άποψη μας ,η διάταξη αυτή χορηγεί  στο Δικαστήριο την ευχέρεια  να αποδεχθεί το εν λόγω ενημερωτικό έγγραφο μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης, οπότε  αποτρέπεται το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής, έστω και εάν το ενημερωτικό έγγραφο δεν κατατέθηκε μαζί με τις προτάσεις .

 

Αντιθέτως ,το άρθρο 7 στην  παρ.4  προβλέπει ότι : « Μετά το πέρας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες και αν επακολουθήσει άσκηση αγωγής ή αν έχει ήδη ασκηθεί, αυτό κατατίθεται στο δικαστήριο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης μαζί με τις προτάσεις» , χωρίς να αφήνει περιθώρια ερμηνείας και δη  διασταλτικής  ως προς τον χρόνο κατάθεσης του Πρακτικού περαίωσης της ΥΑΣΔ.

 

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη ,Δικηγόρος ε.τ., Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης – MCIArb, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πρόεδρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ, Αν. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

ΑΡΙΘΜΟΣ 36/2021

ΕΡΩΤΗΜΑ:

Ερωτάται εάν σε αγωγή Τακτικής Μονομελούς με αντικείμενο εγγραφή

ιδανικού μεριδίου ακινήτου στο κτηματολόγιο, για τον προσδιορισμό της αξίας της διαφοράς λαμβάνουμε υπόψη την αξία του όλου ακινήτου ή του ιδανικού μεριδίου. Αν για παράδειγμα το ακίνητο έχει αντικειμενική αξία 50.000 ευρώ και το ιδανικό μερίδιο 5.000 ευρώ ποιο ποσό θα πρέπει να θεωρήσουμε ως αξία του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να γνωρίζουμε εάν θα πρέπει να διεξαχθεί Υποχρεωτική Αρχική Συνέδρια;

 

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με το άρθ. 6 §1 περ. β', υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς, οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, η καθ' ύλην αρμοδιότητα των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων εξαρτάται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς (ΚΠολΔ 8-11). Για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το κύριο αίτημα της αγωγής. Δεν συνυπολογίζονται οι παρεπόμενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και έξοδα. Συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που επιδιώκονται με την ίδια αγωγή. Σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα, λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από κάθε εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο από αυτά.

Ακολούθως, επί διαιρετών δικαιωμάτων, όπως η κυριότητα, για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς υπολογίζεται το ιδανικό μερίδιο, το οποίο αποτελεί και το κύριο αίτημα της (αναγνωριστικής ή διεκδικητικής) αγωγής, και όχι το σύνολο της αξίας του ακινήτου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης διανομής, και επομένως δεν απαιτείται η διενέργεια ΥΑΣΔ, παρά μόνο η έγγραφη ενημέρωση κατ' άρθ. 3 §2 Ν. 4640/2019.

Εκ μέρους της Επιτροπής

Κυριάκος Οικονόμου

Αρεοπαγίτης επί τιμή

Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 37/2021

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ:

 

α) Οι εξουσιοδοτήσεις με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής και όλη η σειρά των νομιμοποιητικών εγγράφων των συμμετεχόντων μερών, συμπεριλαμβάνονται στις πληροφορίες των οποίων ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει γνώση υπό εχεμύθειαν και τις οποίες υποχρεούται, βάσει των διατάξεων του ν. 4640/2019, να τηρεί απόρρητες ή είναι υποχρεωμένος, εγκαίρως, πριν από την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία, να επιτρέπει στους νομικούς παραστάτες να λαμβάνουν γνώση αυτών;

 β) Σε περίπτωση που επιτραπεί από τον διαμεσολαβητή να λάβει γνώση ο νομικός παραστάτης των νομιμοποιητικών εγγράφων και προκύψει ότι τα νομιμοποιητικά έγγραφα τα οποία έχουν προσκομισθεί εν όψει της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας δεν είναι τα νόμιμα ή είναι ελλιπή, ποία είναι η περαιτέρω στάση του επισπεύδοντος μέρους εν όψει της ορισθείσης Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας, εάν ο διαμεσολαβητής δεν δέχεται να υποδείξει στα άλλα μέρη τη διόρθωση-συμπλήρωση των νομιμοποιητικών εγγράφων των;

Επί των υποβληθέντων ως άνω ερωτημάτων ,προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση :

 

1.Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 του Νόμου 4640/2019:  «Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Την ίδια υποχρέωση έχει και οποιοσδήποτε τρίτος συμμετέχει στη διαδικασία. Τα μέρη, εφόσον το επιθυμούν, δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας, στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν….» ενώ σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4  του ίδιου άρθρου «Πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε ».

2.Περαιτέρω, η παράγραφος 6 του πιο πάνω άρθρου προβλέπει ότι :  «Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι νομικοί παραστάτες αυτών και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως, να αναφερθούν στις συζητήσεις, δηλώσεις και προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις του διαμεσολαβητή, παρά μόνο εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου».

3.. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3  του άρθρου 7 του Νόμου 4640/2019 προβλέπει ότι :  « Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 4, 6 και 7 του άρθρου 5 του παρόντος.»

4..Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου 4640/2019 : «Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση, εκτός αν υποχρεούται να πράξει διαφορετικά από διάταξη νόμου ή για λόγους δημόσιας τάξης ή εφόσον τα μέρη συναινούν ρητά στην αποκάλυψη των πληροφοριών».

5.Το  άρθρο 7παρ.2 εδ. β και γ του Νόμου 3898/2010 ,με τον οποίο αρχικά προσαρμόστηκε η Ελληνική Νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008 «για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» προέβλεπε την θέσπιση υποχρεωτικού Κώδικα Δεοντολογίας για τους διαπιστευμένους διαμεσολαβητές, καθώς και τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την επιβολή κυρώσεων από την παράβαση των ρυθμίσεων του Κώδικα.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η Y.A. 109088/2011 του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τίτλο: «Διαδικασία αναγνώρισης τίτλων διαπίστευσης διαμεσολαβητών – Θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας διαπιστευμένων διαμεσολαβητών και Καθορισμός κυρώσεων για παραβάσεις αυτού», όπως ισχύει τροποποιημένη με την υπ’ αριθ. 107309/2012 Υ.Α. (Φ.Ε.Κ. Β’ 3417/21.12.2012.).

Στο άρθρο 4 παρ.1 του εν λόγω Κώδικα Δεοντολογίας προβλέπονται υποχρεώσεις του διαμεσολαβητή πανομοιότυπες με εκείνες, που προβλέπονται στο άρθρο 16 του Νόμου 4640/2019,οι οποίες  εκτέθηκαν ανωτέρω, ενώ το  άρθρο  5 του Κώδικα Δεοντολογίας προβλέπει ότι « «Σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων του διαμεσολαβητή που επιβάλλονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού λάβει τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών, δύναται να προβεί σε οριστική ή προσωρινή ανάκληση της διαπίστευσης, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης ή την καθ’ υποτροπή συμπεριφορά του διαμεσολαβητή.

 

6. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι ο διαμεσολαβητής έχει αυστηρή υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του απορρήτου της διαδικασίας, τόσο της εκούσιας πλήρους διαμεσολάβησης, όσο και της  Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης ( ΥΑΣΔ), στις υποθέσεις στις οποίες αυτή προβλέπεται από το άρθρο 6 του Νόμου 4640/2019 ,υποχρεούμενος να τηρεί απόρρητες τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από τη διαμεσολάβηση ή σε σχέση με αυτήν, ακόμη και του  γεγονότος ότι πρόκειται να διεξαχθεί ή έχει διεξαχθεί διαμεσολάβηση.

Περαιτέρω ,προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η διαφορά αχθεί ενώπιον των Δικαστηρίων η σε Διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν.

 

Είναι, δηλαδή,  τόσο απόλυτη η υποχρέωση εχεμύθειας και τήρησης του απορρήτου από τον διαμεσολαβητή  και των λοιπών προσώπων ,που συμμετείχαν στην διαδικασία διαμεσολάβησης ώστε απαλλάσσονται, της υποχρέωσης, που  προβλέπει το άρθρο 398 του ΚΠολΔ, ότι οποιοσδήποτε κληθεί να καταθέσει ως  μάρτυρας υποχρεούται  να προσέλθει και  να καταθέσει ως μάρτυρας για τα πραγματικά περιστατικά που γνωρίζει, άλλως καταδικάζεται να καταβάλει τα έξοδα, που προκλήθηκαν από την απουσία του εάν αυτή είναι αδικαιολόγητη,  ακόμη  δε και σε χρηματική ενδεχομένως ποινή.

Ειδικώτερα, ο διαμεσολαβητής – πέραν την απαγόρευσης του άρθρου 5 παράγραφος 6 του Νόμου 4640/2019,εξαιρείται από την υποχρέωση κατάθεσης του άρθρου 398 του ΚΠολΔ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή  της περίπτωσης (1) του άρθρου 400 του ΚΠολΔ, που εξαιρεί από την υποχρέωση μαρτυρίας κατηγορίες επαγγελματιών και των βοηθών τους σχετικά με πραγματικά γεγονότα ,για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας. Και ναι μεν στην περίπτωση(1) του άρθρου 400 δεν προβλέπεται το επάγγελμα του διαμεσολαβητή διότι ,κατά την θέση σε ισχύ του εν λόγω άρθρου, δεν υπήρχε αναγνωρισμένο  αυτόνομο επάγγελμα διαμεσολαβητή, ενώ ήδη το άρθρο 19 του Νόμου 4640/2019 ορίζει ρητά  ότι « επιτρέπεται η άσκηση αποκλειστικά και μόνο του επαγγέλματος του διαμεσολαβητή», ενώ με  απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δημιουργήθηκε Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας( ΚΑΔ)για το επάγγελμα του διαπιστευμένου διαμεσολαβητή, κατ’ εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου του πιο πάνω άρθρου του Νόμου .

 

Κατά διασταλτική, λοιπόν, ερμηνεία ή /και κατ’ ανάλογη εφαρμογή της περίπτωσης (1)  του άρθρου 400 του ΚΠολΔ, ο διαμεσολαβητής δεν εξετάζεται ως μάρτυρας, κατά τα ανωτέρω.

 

7.Από τα ανωτέρω, προκύπτει , επίσης, αδιαμφισβήτητα ότι η εκ μέρους του διαμεσολαβητή  παράβαση της υποχρέωσης  εχεμύθειας και διαφύλαξης του απορρήτου επισύρει για αυτόν σοβαρότατες ποινές δυνάμενες να φθάσουν μέχρι οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης του.

 

8.Εξαιρέσεις από την υποχρέωση εχεμύθειας και διαφύλαξης του απορρήτου προβλέπονται από τον Νόμο μόνο σε περιπτώσεις όπου αυτό επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θίγει η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου, εάν τα μέρη συναινούν ρητά στην αποκάλυψη των πληροφοριών και ,γενικότερα ,εάν ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να πράξει διαφορετικά από διάταξη νόμου.

 

9.Τέλος,πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα .

 

10.Στην περίπτωση που εκτέθηκε από την ερωτώσα δικηγόρο, οι τρεις εναγόμενοι ( φυσικό πρόσωπο ο πρώτος ,ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία η δεύτερη και οργανισμός αμοιβαίας προστασίας και αποζημίωσης πλοιοκτητών, με έδρα στο Λουξεμβούργο ) έχουν παραδώσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα τους  στον διαμεσολαβητή, ο οποίος  διορίστηκε  για να διεξάγει την ΥΑΣΔ.

Η ενάγουσα ερωτώσα δικηγόρος ζήτησε από τον διαμεσολαβητή να λάβει γνώση των νομιμοποιητικών εγγράφων των αντιδίκων της για την παράσταση τους στην ΥΑΣΔ.

Ο διαμεσολαβητής ορθώς αρνήθηκε, άλλως θα παρέμβαινε την υποχρέωση εχεμύθειας και της υποχρέωσης διασφάλισης του απορρήτου όλων των στοιχείων, που περιέρχονται σε γνώση του σε σχέση με την διαμεσολάβηση ή με την ΥΑΣΔ και λόγω της διεξαγωγής τους, διότι είναι σαφές ότι τα εν λόγω νομιμοποιητικά έγγραφα περιήλθαν σε γνώση του διαμεσολαβητή αποκλειστικά  λόγω της επικείμενης διεξαγωγής της ΥΑΣΔ.

Μόνο με την ρητή συναίνεση των εναγομένων θα μπορούσε ο διαμεσολαβητής – χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο επιβολής σε αυτόν πειθαρχικών ποινών – να επιτρέψει στην ενάγουσα να λάβει γνώση των νομιμοποιητικών εγγράφων των αντιδίκων της και ορθώς δηλώνει ότι θα μπορέσει να της επιδείξει τα εν λόγω έγγραφα πριν από την έναρξη της ΥΑΣΔ με την προϋπόθεση ότι συμφωνούν οι εναγόμενοι σε αυτό.

Συμπληρωματικώς αναφερόμαστε και στην υπ’  αριθ. 20/2021 ανηρτημένη στον οικείο ιστότοπο Απάντηση της Επιτροπής.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: Κατερίνα Κωτσάκη, Δικηγόρος ε.τ., Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης – MCIArb, Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών, Πρόεδρος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ, Αν. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

ΑΡΙΘΜΟΣ 38/2021

ΕΡΩΤΗΜΑ:

Απαιτείται ΥΑΣ σε περίπτωση αγωγής διανομής ακινήτων αξίας 240.000 € μεταξύ φυσικών προσώπων, στην οποία προσεπικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο λόγω επιβολής κατάσχεσης εκ μέρους του επί ενός εκ των διανεμητέων ακινήτων σε βάρος ενός εκ των κοινωνών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 491 παρ. 1 ΚΠολΔ;

 

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 491 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη δίκη διανομής προεπικαλούνται υποχρεωτικά με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, μεταξύ άλλων, και όσοι είχαν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς. Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε, διότι ο νομοθέτης, ενόψει των σοβαρών συνεπειών που επιφέρει η διανομή του κοινού πράγματος, θέλησε οι αναφερόμενοι σ’ αυτή τρίτοι, όχι να λαμβάνουν απλώς γνώση της δίκης διανομής, αλλά και να συμμετέχουν υποχρεωτικώς σ’ αυτή, προκειμένου να υποβάλουν αυτοτελείς αιτήσεις για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους.

Η άσκηση της τοιαύτης προσεπικλήσεως έχει, κατά το άρθρο 89 εδάφ. τελευταίο ΚΠολΔ, τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, εντεύθεν ο συντηρητικώς ή αναγκαστικώς κατασχών  κοινό ακίνητο ή μερίδα τούτου, από την επίδοση αναγκαία σ’ αυτόν της προσεπικλήσεως, καθίσταται  αναγκαίος ομόδικος των συγκυριών, ανάμεσα στους οποίους διεξάγεται η δίκη της διανομής του κοινού πράγματος, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και έτσι αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, έστω και αν δεν άσκησε παρέμβαση.

Οι διατάξεις του ν. 4640/2019 δεν περιλαμβάνουν ρυθμίσεις περί συμμετοχής τρίτων στην διαμεσολάβηση, ως πράττουν οι σχετικές διατάξεις του ΚΠοΛΔ.

Εκ της γραμματικής και τελολογικής  ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 4640/2019, αλλά και εκ της βουλήσεως του νομοθέτη, προκύπτει σαφώς ότι εφ’  όσον στις διαφορές της παραγράφου 1 διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο κλπ, τότε  αυτές εξαιρούνται από την  ΥΑΣ, ανεξαρτήτως του εάν στην δίκη συμμετέχει ως  ομόδικος  τούτου φυσικό  πρόσωπο. Στη συγκεκριμένη ρύθμιση κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο χαρακτήρας μιας διαφοράς ως ιδιωτικής ή δημόσιας, αλλά η ίδια η εμπλοκή του Δημοσίου ως διαδίκου, γεγονός που αρκεί για την εξαίρεση της διαφοράς από την υποχρέωση διενέργειας αρχικής συνεδρίας. Συμφώνως προς την ερμηνεία αυτή  δεν τίθεται ζήτημα αναγκαίας ή απλής ομοδικίας του Δημοσίου με τα συμμετέχοντα πρόσωπα. Κρίνεται ότι, κατά αυτό τον τρόπο αποτρέπεται η ανασφάλεια διαδίκων και δικαστηρίων για την τήρηση της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβησης.

Συνεπώς,  στη διαφορά  στην  οποία αναφέρεται το ανωτέρω ερώτημα, εφ’  όσον το Δημόσιο καθίσταται υποχρεωτικώς διάδικο μέρος,  αυτή εξαιρείται από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.

Επισημαίνεται ότι παραμένει στην διακριτική ευχέρεια του επισπεύδοντος να προσφύγει, εκ λόγων προνοίας και προς δικονομική του εξασφάλιση, στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, προσκαλώντας προς τούτο τα εκ των διαδίκων  φυσικά πρόσωπα.

Συμπληρωματικώς, αναφερόμαστε στις αιτιολογικές σκέψεις των  ανηρτημένων  στον οικείο τόπο υπ’ αριθ. 8 και 29 Γνωμοδοτήσεων.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

 

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

                                ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ K. Οικονόμου

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 39/2021

Ερωτάται : Σε αγωγή τακτικής διαδικασίας του μονομελούς πρωτοδικείου, που υπάγεται σε ΥΑΣ, όπου (α) ο εναγόμενος πρόκειται να ασκήσει ανταγωγή, και (β) στην κύρια αγωγή του ο ενάγων έχει ορίσει διαμεσολαβητή, τι πρέπει να κάνει ο αντενάγων για το παραδεκτό της ανταγωγής;

Θα πρέπει να ορίσει στην ανταγωγή τον ίδιο διαμεσολαβητή, μπορεί άλλον, ή μπορεί και να παραλείψει τον ορισμό, γενικώς τι πρόσθετες υποχρεώσεις από αυτές ως εναγομένου έχει ως αντενάγων, και τέλος, ενόψει της ανταγωγής, πώς διαμορφώνονται οι προθεσμίες

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά τα γενικώς κρατούντα στην πολιτική δικονομία, η ανταγωγή συνιστά αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας του εναγομένου κατά του ενάγοντος, η οποία εισάγεται στο δικαστήριο της κύριας δίκης για να συνεκδικασθεί. Με αυτήν εισάγεται νέο αντικείμενο δίκης προς δικαστική διάγνωση και νέα αξίωση δικαστικής προστασίας διαφορετική της αγωγής, και θεμελιώνεται νέα έννομη σχέση δίκης, που ενώνεται και συνεκδικάζεται σε κοινή διαδικασία με αυτήν την αγωγής. Παράλληλα, δεν είναι προαπαιτούμενη και ούτε δεδομένη η ύπαρξη συνάφειας μεταξύ αγωγής και ανταγωγής .

Από τον παραπάνω χαρακτήρα της ανταγωγής προκύπτει ότι για τον αντενάγοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εξακολουθούν να ισχύουν, αυτοτελώς για αυτούς και για την ανταγωγή, όλες οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τον ν. 4640/2019, ειδικότερα δε η υποχρέωση της έγγραφης ενημέρωσης του άρθ. 3 παρ. 2 και της διεξαγωγής Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) για το παραδεκτό της συζήτησης της ανταγωγής (βλ. και σκέψεις της γνώμης αρ. 32/2021).

Δεδομένου ότι η ανταγωγή δεν εξαρτά την αυθυπαρξία της από την αγωγή (βλ. 268 παρ. 4 ΚΠολΔ), αλλά προς τον σκοπό εξυπηρέτησης των αρχών της οικονομίας της δίκης που διέπουν την ανταγωγή, κατ' αρχήν προκρίνεται η διεξαγωγή κοινής ΥΑΣΔ, με ρητή αναφορά στο πρακτικό τόσο της αγωγής όσο και της ανταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, είτε προτιμηθεί κοινή ΥΑΣΔ με τον ίδιο διαμεσολαβητή, είτε ξεχωριστή ΥΑΣΔ με άλλον διαμεσολαβητή, θα πρέπει να τηρηθεί όλη η προβλεπόμενη στο άρθ. 7 ν. 4640/2019 διαδικασία.

Περαιτέρω, στην ΚΠολΔ 238 παρ. 1 εδαφ. δ΄ δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια η αφετηρία υπολογισμού της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων επί της ανταγωγής, η οποία, κατ' ορθή ερμηνεία, εκκινεί με την κατάθεση της (κύριας) αγωγής. Εξάλλου, κατ’  άρθ. 9 ν. 4640/2019, η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας αναστέλλει τις δικονομικές προθεσμίας των άρθ. 237 και 238 ΚΠολΔ, για όσο χρόνο διαρκεί η διαμεσολάβηση. Με αυτό το δεδομένο, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που διεξαχθούν δύο διαφορετικές ΥΑΣΔ για την (κύρια) αγωγή και την ανταγωγή, ενδέχεται να διαρκέσει η κάθε μία διαφορετικό χρονικό διάστημα, ώστε να επέλθει αναντιστοιχία στον χρόνο αναστολής των προθεσμιών των ΚΠολΔ 237 και 238 για την (κύρια) αγωγή και ανταγωγή.

Ακολούθως, και μετά από τις παραπάνω παρατηρήσεις, θα πρέπει να διακρίνουμε αν η ΥΑΣΔ της (κύριας) αγωγής πραγματοποιείται πριν ή μετά την άσκηση της ανταγωγής. Στην περίπτωση που η ΥΑΣΔ της (κύριας) αγωγής πραγματοποιείται μετά την άσκηση της ανταγωγής, τότε θα πρέπει να διεξαχθεί μία και μόνη ΥΑΣΔ υπό τον ίδιο διαμεσολαβητή, προς επίτευξη της οικονομίας της δίκης (βλ. και σκέψεις της γνώμης αρ. 32/2021). Στην αντίθετη περίπτωση όμως, για να μην καταστρατηγηθούν οι προθεσμίες του άρθ. 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, προσήκει η αναστολή της προθεσμίας της ΚΠολΔ 237 παρ. 1 και για την (κύρια αγωγή) για το χρονικό διάστημα που διαρκεί η ΥΑΣΔ της ανταγωγής, ώστε οι δύο προθεσμίες να συμπορεύονται και να επιτευχθεί ο στόχος της κοινής τους συνεκδίκασης.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

                       Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό                    Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwaltin)

ΑΡΙΘΜΟΣ 40 /2021

   ΕΡΩΤΗΜΑ:

       Α) Αναφέρονται τα εξής πραγματικά δεδομένα:  Ότι έχει ασκηθεί αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου στην οποία ο ενάγων υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος, κατέλαβε  τμήμα δημοτικής κοινόχρηστης διόδου αποκλείοντας την είσοδο του ενάγοντος σε αυτήν και έτσι παρεμποδίζεται η ελεύθερη χρήση της διόδου σε όλο το μήκος και πλάτος της με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς του,  ζητείται   δε  η άρση της προσβολής από τον εναγόμενο η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση, καθώς και η καταβολή ποσού ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής  βλάβης. Ότι  έχει εκδοθεί ήδη απόφαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο) και έχει ήδη ασκηθεί έφεση από τον ενάγοντα η οποία ακόμη δεν έχει εκδικαστεί. Ότι  αμφότερα τα μέρη επιθυμούν την επίλυση της διαφοράς τους με εκούσια διαμεσολάβηση.

        Β) Εν όψει των ανωτέρω, Ερωτάται : Είναι εφικτή η επίλυσή της διαφοράς με διαμεσολάβηση;   Όταν η εν λόγω υπόθεση έχει φθάσει στο στάδιο και εκκρεμεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι εφικτή η επίλυσή της με εκούσια διαμεσολάβηση; Στην περίπτωση αυτή ποιά η ισχύς του πρακτικού διαμεσολάβησης, δεδομένου ότι υφίσταται ήδη η πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου η οποία έχει αποφανθεί επί της ουσίας και εκκρεμεί η εκδίκαση της εφέσεως κατά αυτής;

 

Επί του  υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

 

Όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 3  παρ. 1 και 6  παρ. 1 του ν. 4640/2019, προκειμένου να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση, τα μέρη πρέπει να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή αυτό να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα, όχι όμως και εκείνα που ανάγονται στο δίκαιο προστασίας της προσωπικότητας.

 Οι αξιώσεις από ηθική βλάβη φυσικού προσώπου λόγω προσβολής προσωπικότητας (άρθρα 932 και 59 ΑΚ) δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολάβησης, καθώς συνδέονται άρρηκτα με το δικαίωμα στην προσωπικότητας( υπ’ αριθ. 22/2021 Απάντηση Επιτροπής).

 Εξ  άλλου,    στο άρθρο 967 ΑΚ αναφέρονται ως πράγματα κοινής χρήσης, μεταξύ άλλων, και οι δρόμοι( οδοί) ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για εθνικούς, επαρχιακούς, δημοτικούς ή κοινοτικούς. Αντίθετα, η ιδιωτική οδός δεν είναι κοι­νόχρηστη.

Με την καθιέρωση ενός πράγματος ως κοινόχρηστου δημιουργείται και η σχέση του πολίτη προς το κοινόχρηστο, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα, η οποία απορρέει από το δικαίωμα της προσωπικότητας (ΑΚ 57).

Από τη φύση αυτή της εξουσίας για συμμετοχή στην κοινή χρήση προκύπτει: ότι σε περίπτωση προσβολής προστατεύεται όπως και το δικαίωμα του ατόμου στην προσωπικότητά του (ΑΚ 57, 59, 914).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς από προσβολή της προσωπικότητας, η οποία ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής( άρθρα 57, 914 ΑΚ) και επομένως δεν υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση.

Παρά ταύτα, κρίνεται ότι  οι διάδικοι δύνανται να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση, εισάγοντας την διαφορά τους όχι υπό την νομική μορφή της προσβολής προσωπικότητος, αλλά ως διαφορά που αφορά στην χρήση της συγκεκριμένης οδού, εν όψει αμφισβητουμένων ιδιωτικών δικαιωμάτων. Το πρακτικό διαμεσολάβησης που τυχόν θα συνταγή, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως δεν θα  αναφέρεται  στην προσβολή προσωπικότητας και στην αξίωση ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως συνεπεία προσβολής δικαιώματος κοινής χρήσεως της οδού, αλλά στην άσκηση (απαλλοτριωτών)  ιδιωτικών δικαιωμάτων των διαδίκων   σχετικά με  τον συγκεκριμένο δρόμο. Σε περίπτωση επιτυχίας  παύει  να αναπτύσσει τις έννομες συνέπειες της η επί της ανωτέρω αγωγής συγκεκριμένη  δικαστική απόφαση, τούτο δε μπορούν να αναφέρουν ρητώς τα μέρη στο πρακτικό διαμεσολάβησης, επιλύοντας την μεταξύ τους διαφορά, την οποία εισάγουν στη διαμεσολάβηση υπό διαφορετική νομική μορφή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων.

 Τέλος, επισημαίνεται ότι από το άρθρο 4 παρ. 2 του Νόμου 4640/2019 συνάγεται ότι εκούσια διαμεσολάβηση δύναται να διεξαχθεί σε κάθε στάση της δίκης ( και σε κάθε βαθμό ) εφ’ όσον διαρκεί η εκκρεμοδικία.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 41 /2021

   ΕΡΩΤΗΜΑ: Εάν η αναγνωριστική αγωγή κυριότητος μεταξύ συγκληρονόμων υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης; 

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με το άρθ. 6 §1 περ. β', υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς, οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση του Νόμου ότι, για να υπαχθεί μια αστική ή εμπορική διαφορά στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, πρέπει  να έχουν οι διάδικοι εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της– δηλαδή να δύναται απαλλοτριωθεί αυτό – είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδιότητα του αντικειμένου της διαφοράς να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δίκης  ενώπιον πολιτικών Δικαστηρίων .

Εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού ( βλ υπ’  αριθ.  18 Απάντηση  της Επιτροπής).

Περαιτέρω, η καθ' ύλην αρμοδιότητα των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων εξαρτάται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς (ΚΠολΔ 8-11). Για την εκτίμηση του αντικειμένου τούτου λαμβάνεται υπόψη το κύριο αίτημα της αγωγής. Δεν συνυπολογίζονται οι παρεπόμενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και έξοδα. Συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που επιδιώκονται με την ίδια αγωγή. Σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα, λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από κάθε εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο από αυτά.

Ακολούθως, επί διαιρετών δικαιωμάτων, όπως η κυριότητα, για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς υπολογίζεται το ιδανικό μερίδιο, το οποίο αποτελεί και το κύριο αίτημα της (αναγνωριστικής ή διεκδικητικής) αγωγής, και όχι το σύνολο της αξίας του ακινήτου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης διανομής ( βλ υπ’  αριθ.  36 Απάντηση  της Επιτροπής).

 Επί τη βάσει των ανωτέρω, κρίνεται ότι η αναφερόμενη στο ερώτημα διαφορά υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία, υπό την προϋπόθεση ότι το αντικείμενο της αυτής, υπό την προεκτεθείσα έννοια ( μη προσδιοριζόμενο κατά ποσόν στο υποβληθέν ερώτημα) υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα, άλλως δεν απαιτείται η διενέργεια ΥΑΣΔ, παρά μόνο η έγγραφη ενημέρωση κατ' άρθ. 3 §2 Ν. 4640/2019.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 42 /2021

ΕΡΩΤΗΜΑ: Εάν η αναγνωριστική αγωγή – με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί το μεν η ακυρότητα δημόσιας διαθήκης λόγω της άνοιας λόγω άνοιας του διαθέτη το δε να αναγνωριστεί ότι, δεδομένης της ακυρότητας, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος είναι η ζώσα σύζυγος και τα δύο τέκνα, σε συγκεκριμένα ακίνητα και κατά τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής  – υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης; 

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω απάντηση:

Ορθώς αναφέρεται ο ερωτών δικηγόρος στις με αριθμό 3/2021 και 13/ 2021 Γνώμες της Επιτροπής μας .

Λόγω κάποιων διαφορών μεταξύ του υπό εξέταση ερωτήματος και εκείνων σχετικά με τα  οποία είχαν εκφραστεί οι πιο πάνω αναφερόμενες γνώμες μας,  θεωρούμε ενδεδειγμένη την εκ νέου τοποθέτηση μας.

Το άρθρο 3 του Νόμου 4640/2019 προβλέπει στην παράγραφο 1 αυτού  ότι:

 «Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.»

Η αρχή της ελευθερίας  διαθέσεως του αντικειμένου μιας διαφοράς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την θεμελιώδη αρχή της διαθέσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 106 του ΚΠολΔ, η οποία: 1) επιβάλλει  στο Δικαστήριο να ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διάδικου και όχι αυτεπαγγέλτως), 2) επιτρέπει στους διαδίκους να οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης και 3) επιτρέπει στους διαδίκους να ορίζουν πώς τελειώνει η δίκη.

Εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικά ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το μεταβιβάσουν ,εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα.

Όσον αφορά στο πρώτο  αίτημα της αγωγής, την οποία έχει ασκήσει ο εντολέας του ερωτώντος δικηγόρου, δηλαδή όσον αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας δημόσιας διαθήκης λόγω άνοιας του διαθέτη, τουτέστιν λόγω έλλειψης δικαιοπρακτικής του ικανότητας, κρίνεται ότι πρόκειται περί διαφοράς, για το αντικείμενο της οποίας τα μέρη  δεν έχουν δικαίωμα διάθεσης, καθ’  όσον διέπεται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Η ακυρότητα διαθήκης αναγνωρίζεται δυνάμει δικαστικής απόφασης και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβιβασμού των διαδίκων. Συνεπώς ,σε σχέση με το πρώτο αίτημα της αγωγής δεν συντρέχει περίπτωση ΥΑΣ.

Σχετικά με το  δεύτερο αίτημα της αγωγής, δεν είναι δυνατόν να εκφέρομε γνώμη περί της ύπαρξης ή μη εξουσίας διαθέσεως δεδομένου ότι δεν είναι γνωστό εάν ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον ( και εάν ναι,  ποιο ) να ζητά να αναγνωριστεί ότι – μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης- επέρχεται εξ αδιαθέτου διαδοχή υπέρ της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντος και δη, όχι εφ’ ολοκλήρου της περιουσίας του ,αλλά επί συγκεκριμένων ακινήτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να αποφανθούμε   εάν ο ενάγων έχει εξουσία διάθεσης του ενδεχόμενου αυτού δικαιώματος του ( δηλαδή εξουσία να το μεταβιβάζει ,να το περιορίζει ή να παραιτείται ελεύθερα από αυτό) ώστε να διαγνωστεί εάν θα έπρεπε  να γίνει ΥΑΣ, κατ’εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6παρ.1 του Νόμου 4640/ 2019.

Σε κάθε  περίπτωση, όμως, αυτό θα προϋπέθετε  ότι ο εναγόμενος θα είχε αποδεχτεί  την  ακυρότητα της  διαθήκης ή ότι θα έχει εκδοθεί σχετική απόφαση Δικαστηρίου αναγνωριστική της ακυρότητας.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι το πρώτο αίτημα της αγωγής ,σχετικά  με το οποίο οι διάδικοι δεν έχουν δικαίωμα  διάθεσης και για το οποίο δεν μπορεί να γίνει ΥΑΣ, «συμπαρασύρει» και το δεύτερο αίτημα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει υποχρέωσης διεξαγωγής ΥΑΣ  για το σύνολο της αγωγής.

                                             

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 43 /2021

ΕΡΩΤΗΜΑ:  Υπάγεται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης υπόθεση με αντικείμενο το εάν σε περίπτωση ιδιόγραφης διαθήκης –  με την οποία εγκαταστάθηκαν περισσότεροι κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή και ένας από αυτούς εξέπεσε (προαποβίωση) πριν την επαγωγή – χωρεί υποκατάσταση του εκπεσόντος από τους κατιόντες του κατά την έννοια της ΑΚ 1809, λόγω της  προς τούτο βουλήσεως της διαθέτιδος, και όχι προσαύξηση της μερίδας του εκπεσόντος στους λοιπούς κληρονόμους κατά την έννοια της ΑΚ 1807;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω απάντηση:

Κατά το άρθρο 3  παρ. 1 του ν. 4640/2019 «1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6  παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης.»

Εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικά ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού.(βλ. 13, 42 Γνώμες Επιτροπής)

 Στη συγκεκριμένη υπόθεση, καίτοι στο ερώτημα δεν αναφέρεται σαφώς το αίτημα της αγωγής, εκτιμάται ότι ζητείται η δια δικαστικής αποφάσεως συμπληρωτική ερμηνεία  ιδιόγραφης διαθήκης ( δι’  αναζητήσεως της εικαζομένης βουλήσεως του διαθέτη). Συνεπώς, επί τη βάσει των προεκτεθέντων, οι διάδικοι στερούνται του δικαιώματος διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς.

 

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 44 /2021

 Ερωτάται: Σε περίπτωση όπου διαμεσολαβητής κοινοποιεί εγγράφως στα μέρη την ημέρα, ώρα και τόπο διεξαγωγής της ΥΑΣ, εντούτοις το επισπεύδον μέρος λόγω αιφνίδιας ασθένειας δεν μπορεί να παρασταθεί σ’ αυτήν και κατόπιν αιτήματός του η ΥΑΣ αναβάλλεται επ’ αόριστο χωρίς να συνταχθεί πρακτικό αποτυχίας, από ποιο χρονικό διάστημα, μετά το πέρας του οποίου, εκκινούν και πάλι οι προθεσμίες της ΚΠολΔ 237.

 Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με το άρθ. 9 παρ. 1 του ν. 4640/2019, η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (κατ’ άρθ. 7 παρ. 2 εδ. δ’ του ν. 4640/2019) αναστέλλει, μεταξύ άλλων, και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης. Παρότι ο νόμος αναφέρεται σε διαδικασία διαμεσολάβησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου θα πρέπει να νοηθεί ότι εμπεριέχεται και η διαδικασία της ΥΑΣ. Εξάλλου, στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου προβλέπεται ότι οι δικονομικές προθεσμίες της παραγράφου 1 συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή από την επίδοση δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Ομοίως και εδώ, ο νομοθέτης έχει παραβλέψει τον προσδιορισμό του χρόνου έναρξης των προθεσμιών αυτών στην περίπτωση της ΥΑΣ. Δεδομένου ότι ΥΑΣ ολοκληρώνεται με την σύνταξη πρακτικού περάτωσης, κατ’ άρθ. 7 παρ. 4, οι δικονομικές προθεσμίες της παρ. 1 θα πρέπει να εκκινούν από την επόμενη της σύνταξης του πρακτικού αυτού ημέρα. 2 Περαιτέρω, η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός είκοσι (20) ημερών από την επομένη της αποστολής, κατ’ άρθ. 7 παρ. 2 εδ. α, στον διαμεσολαβητή του αιτήματος προσφυγής στη διαδικασία διαμεσολάβησης από το επισπεύδον μέρος, σύμφωνα με τα οριζόμενα την παρ. 3 εδ. α’ του αυτού άρθρου. Η διάταξη αυτή δεν παρέχει την δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας αυτής, ούτε όμως προβλέπει και κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την αυτήν. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 5 εδ. γ’ του άρθ. 7, κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία δυνάμει εξουσιοδότησης μόνη η συμμετοχή του νομικού παραστάτη του μέρους, του οποίου αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία, ιδίως, στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζει δυσκολία μετακίνησης λόγω σοβαρής ασθένειας ή αν δεν υπάρχει δυνατότητα τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης ή αν είναι κάτοικος εξωτερικού.

 Κατ’ αρχάς, από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν έπρεπε να χωρέσει αναβολή της ΥΑΣ λόγω αιφνίδιας ασθένειας, καθότι ο νόμος περιλαμβάνει αυτήν ακριβώς την περίπτωση στις εξαιρέσεις της αυτοπρόσωπης παρουσίας των μερών. Ως εκ τούτου, η ΥΑΣ θα έπρεπε να διεξαχθεί κανονικά, μόνο με την συμμετοχή του νομικού παραστάτη του μέρους που δεν μπορεί να παρίσταται με φυσική παρουσία, δυνάμει εξουσιοδότησης του τελευταίου προς τον πρώτο. Αλλά ακόμη και αν λόγοι ανωτέρας βίας δικαιολογούσαν την χορήγηση της σχετικής αναβολής, σε κάθε περίπτωση ο επαναπροσδιορισμός της ημερομηνίας διεξαγωγής της ΥΑΣ όφειλε να λάβει χώρα εντός του της προθεσμίας του άρθ. 7 παρ. 3. Δεδομένης της παραπάνω εικοσαήμερης προθεσμίας, η επανέναρξη των δικονομικών προθεσμιών της ΚΠολΔ 237 θα πρέπει να λάβει χώρα την επόμενη της ημερομηνίας κατά την οποία λήγει η εικοσαήμερη προθεσμίας για την ολοκλήρωση της ΥΑΣ από την έγγραφη γνωστοποίηση του αιτήματος προς τον διαμεσολαβητή, ακόμη και αν δεν έχει πραγματοποιηθεί η διεξαγωγή της ΥΑΣ, διαφορετικά επέρχεται καταστρατήγηση τόσο του γράμματος όσο και του σκοπού του νόμου. Ακολούθως, η διεξαγωγή της ΥΑΣ θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας του αρθ. 237 ΚΠολΔ, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μετά την αναστολή του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από την κατ’ άρθ. 7 παρ. 2 εδ. δ’ έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή έως και την λήξη της προθεσμίας του άρθ. 7 παρ. 3 εδ. α’.

Σε περίπτωση που το εναπομείναν αυτό διάστημα δεν επαρκεί για την διεξαγωγή της ΥΑΣ, τα μέρη μπορούν να αιτηθούν την παράταση των δικονομικών προθεσμιών του άρθ. 237 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 148, καθότι έχει αναλωθεί η 3 αναστολή που προβλέπει ο ν. 4640/2019, και η παράταση αυτή αποτελεί ultimum refugium για τα μέρη.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

ΑΡΙΘΜΟΣ 45/2021

Ερωτάται: Εάν υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης αγωγή, εκδικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία,  με  κύριο αίτημα την ακύρωση συμβάσεως εγγυήσεως λόγω πλαστογραφίας και επικουρικό την  αναγνώριση της έννομης σχέσεως του ενάγοντος  με την αντίδικο Τράπεζα ( μη ευθυνομένου ως εγγυητού, αλλά ως εκ τρίτου συμβληθέντος);

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά το άρθρο 3  παρ. 1 του ν. 4640/2019 «1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6  παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς: … β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας»

Εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού.(βλ. 13, 42, 43 Γνώμες Επιτροπής)

Επί τη βάσει των προεκτεθέντων, οι διάδικοι στερούνται του δικαιώματος διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς,  ως προσδιορίζεται υπό του ανωτέρω κυρίου αγωγικού αιτήματος και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση, ως προς το αίτημα τούτο. Εν τούτοις, κρίνεται ότι  συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή τής αγωγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ως προς το επικουρικό αυτής αίτημα.

Συνεπώς, το ζήτημα το οποίο τελικώς τίθεται είναι, εάν για την υπαγωγή μιας διαφοράς στην ΥΑΣ λαμβάνεται υπ’  όψιν το κυρίως αγωγικό αίτημα ή οι προϋποθέσεις του νόμου πρέπει να συντρέχουν και για τα λοιπά επικουρικώς σωρευόμενα αιτήματα της αγωγής;

Ειδικότερα, εάν σε περίπτωση κατά την οποία για ένα ή περισσότερα επικουρικά αιτήματα συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την διεξαγωγή ΥΑΣΔ, πρέπει να διεξάγεται αυτή  μόνο ως προς ταύτα ή  η έλλειψη νόμιμης υποχρέωσης προς  διεξαγωγή  ΥΑΣΔ σχετικά  με το κύριο  αγωγικό  αίτημα  συμπαρασύρει και τα επικουρικά,  με συνέπεια να  μην υφίσταται υποχρέωση διεξαγωγής  ΥΑΣ ως προς το σύνολο της αγωγής;

  Εκ της γραμματικής και τελολογικής  ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 2 ν. 4640/2019, αλλά και εκ της βουλήσεως του νομοθέτη, προκύπτει  ότι, σε περίπτωση σωρεύσεως κυρίου αγωγικού αιτήματος και επικουρικών τοιούτων,  η έννοια του αντικειμένου της διαφοράς, εντεύθεν η θεμελίωση των νομίμων προϋποθέσεων για την υποχρεωτική υπαγωγή σε ΥΑΣ, προσδιορίζονται επί τη βάσει  του κυρίου  αγωγικού αιτήματος. Κρίνεται ότι αντίθετη ερμηνεία – και δη περί του ότι για την υπαγωγή στην ΥΑΣ πρέπει να ερευνώνται όλα τα αγωγικά αιτήματα και επομένως η αγωγή ενδεχομένως να υπάγεται στην ΥΑΣ ως προς επικουρικό αυτής αίτημα – κείται    πέραν των διατάξεων και του νομοθετικού σκοπού της ΥΑΣ, γενικώτερον δε της διαμεσολαβήσεως, καθ’ όσον ορθώνει δικονομικά κωλύματα και δημιουργεί πρόσθετες υποχρεώσεις  στους διαδίκους, ενώ αποβαίνει εις βάρος του θεσμού της διαμεσολαβήσεως.

Κατά ταύτα, κρίνεται ότι η συγκεκριμένη αγωγή εξαιρείται από την  ΥΑΣ , ως προς αμφότερα(  κύριο και επικουρικό)  αιτήματά της.

Επισημαίνεται ότι παραμένει στην διακριτική ευχέρεια του επισπεύδοντος να προσφύγει, εκ λόγων προνοίας και προς δικονομική του εξασφάλιση, στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ως προς το επικουρικό  αγωγικό αίτημα.

 

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 46 /2021

Ερωτάται: Εάν υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης  αρνητική αγωγή του άρθρου 1108 του ΑΚ, απευθυνομένη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και εκδικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία  ;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Κατά το άρθρο 3  παρ. 1 του ν. 4640/2019 «1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6  παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς: … β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας»

Εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα. (βλ. 13, 42, 43,45 Γνώμες Επιτροπής).

Δεκτικές διαθέσεως είναι εν γένει οι περιουσιακές διαφορές, μεταξύ δε αυτών οι αγωγές προστασίας εμπραγμάτων δικαιωμάτων, ως η τοιαύτη του άρθρου 1108 του ΑΚ.

Συνεπώς, κρίνεται ότι η αναφερομένη στο ερώτημα  διαφορά υπάγεται   στις προβλεπόμενες στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β)  του ν. 4640/2019  και επομένως υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, καίτοι το αντικείμενο της είναι ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης, καθ’ όσον το τελευταίο στοιχείο δεν αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 47 /2021

Ερωτάται: Εάν υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης αγωγή, κατατεθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία έχει ως αιτήματα την αναγνώριση κυριότητας ακινήτου (λόγω έκτακτης χρησικτησίας)με υπολογισθείσα αξία 80.000 ευρώ, και την υποχρέωση  του  εναγόμενου όπως παύσει οιαδήποτε υφιστάμενη ή μελλοντική διατάραξη του δικαιώματος της κυριότητος ;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

 Εκ των διατάξεων των  άρθρων 3  παρ. 1 και 6  παρ. 1  του ν. 4640/2019 προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή  μιας υποθέσεως στην διαμεσολάβηση, εντεύθεν στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, αποτελεί η  εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς, η οποία υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα (βλ. 13, 42, 43,45 Γνώμες Επιτροπής).

Δεκτικές διαθέσεως είναι εν γένει οι περιουσιακές διαφορές, μεταξύ δε αυτών οι αγωγές προστασίας εμπραγμάτων δικαιωμάτων, ως εκείνες των άρθρων 1094 και 1108 του ΑΚ(βλ. αριθ.  46 Γνώμη Επιτροπής).

Συνεπώς, κρίνεται ότι η αναφερομένη στο ερώτημα  διαφορά υπάγεται   στις προβλεπόμενες στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β)  του ν. 4640/2019  και επομένως υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 48 /2021

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ: Κατόπιν διενεργείας διαμεσολαβήσεως συνετάγη σχετικό πρακτικό βάσει του οποίου τα μέρη ανέλαβαν αμοιβαίες οικονομικές υποχρεώσεις. Ως εκ του ότι το ένα μέρος δεν τηρεί τις αναληφθείσες υποχρεώσεις το έτερο προτίθεται να ασκήσει αγωγή.

ΕΡΩΤΑΤΑΙ: 1) Στην διεξαχθησομένη δίκη δύναται να προσκομισθή το συνταγέν πρακτικό διαμεσολάβησης προς απόδειξη συγκεκριμένων αξιώσεων ή τίθεται ζήτημα απορρήτου;

2) Είναι νομίμως επιτρεπτό να κληθή και προσέλθη στην δίκη η  διενεργήσασα την διαμεσολάβηση διαμεσολαβήτρια, ώστε να   καταθέσει ως μάρτυς περί της συμπεριφοράς του ετέρου μέρους κατά την διάρκεια της διαμεσολάβησης; 

Επι του πρώτου ερωτήματος:

 Κατά το άρθρο 5 παρ. 5 του Νόμου 4640/2019 « Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει κατ’ αρχήν εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Την ίδια υποχρέωση έχει και οποιοσδήποτε τρίτος συμμετέχει στη διαδικασία. Τα μέρη, εφόσον το επιθυμούν, δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας, στην οποία ενδέχεται να καταλήξουν κατά τη διαμεσολάβηση, εκτός αν η γνωστοποίησή του είναι απαραίτητη για την εκτέλεση αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 ή αυτό επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης». Κατά συνέπεια, εάν τα μέρη δεν δεσμεύθηκαν εγγράφως να τηρήσουν και το απόρρητο του περιεχομένου της συμφωνίας τους, που προέκυψε από την διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορεί να γίνει επίκληση του  πρακτικού , το οποίο περιέχει την συμφωνία και  να προσκομισθεί αυτό στο Δικαστήριο σε περίπτωση άσκησης αγωγής από το θιγόμενο  μέρος.

Εξ άλλου, κατά  το άρθρο 8 παρ. 2 εδαφ. γ’  του Νόμου 4640/2019 «  Μετά την κατάθεση του πρακτικού στο Δικαστήριο η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται» .

Στην προκειμένη υπόθεση, τεκμαίρεται    ότι προφανώς το πρακτικό δεν έχει κατατεθεί στην Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου. Συνεπώς, είναι δυνατή κατά νόμον η άσκηση αγωγής. Σκόπιμο, όμως, είναι να καταστή σαφής  ο στόχος της, που είναι η έκδοση  απόφασης υπέρ του μέρους, που τήρησε τις οικονομικές υποχρεώσεις του και η συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας, προκειμένου να εξασφαλισθεί  τίτλος εκτελεστός.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι  σύμφωνα  με την διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 3,το πρακτικό της διαμεσολάβησης αποτελεί, από την κατάθεσή του στη γραμματεία του κατά την παράγραφο 2 αρμόδιου δικαστηρίου, εκτελεστό τίτλο, εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Εάν, στην συγκεκριμένη υπόθεση το πρακτικό περιλαμβάνει συμφωνίες δεκτικές αναγκαστικής εκτελέσεως, είναι εξεταστέο εάν το μέρος θα καταθέσει το πρακτικό και  ακολουθήσει περαιτέρω διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως ή θα ασκήσει σχετική αγωγή.

Επί του δευτέρου ερωτήματος:

Η απάντηση είναι αρνητική, διότι κατά το άρθρο 5 παρ. 6 του Νόμου 4640/2019 « Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι νομικοί παραστάτες αυτών και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες και εμποδίζονται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως, να αναφερθούν στις συζητήσεις, δηλώσεις και προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις του διαμεσολαβητή,…..» κρίνεται δε ότι, εν προκειμένω  δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου  της ίδιας παραγράφου του άρθρου 5, που προβλέπει εξαιρέσεις σχετικά με τις  πιο πάνω απαγορεύσεις .

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 49 /2021

ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Εάν επιτρέπεται (ήτοι, εάν δεν υπάρχει σχετικό κώλυμα) σε διαμεσολαβητή, που έχει διενεργήσει ΥΑΣ και χορηγήσει πρακτικό αποτυχίας αυτής, να παραστεί για λογαριασμό του επισπεύδοντος μέρους ενώπιον του δικάζοντος την αγωγή δικαστηρίου μόνο για το αίτημα αναβολής, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου; 

Επί του πιο πάνω ερωτήματος προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση:

Σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 14 του Νόμου 4640/2019 «Μετά την περάτωση της διαμεσολάβησης και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της, δεν επιτρέπεται στον διαμεσολαβητή να ασχοληθεί υπό άλλη επαγγελματική ιδιότητα με τη συγκεκριμένη υπόθεση που χειρίστηκε, μεταξύ των ίδιων μερών.»Η απαγόρευση αυτή ισχύει, για την ταυτότητα του λόγου και για την ΥΑΣΔ. Κατά συνέπεια, η απάντηση επί του τεθέντος ερώτημα είναι αρνητική.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

ΑΡΙΘΜΟΣ 50 /2021

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ είναι κατά πόσον υπάρχει  παρέκκλιση  από τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ.2 του Ν. 4640/2019 σχετικά με την αμοιβή του διαμεσολαβητή, στην περίπτωση κατά την οποία διάδικος τυγχάνει εταιρεία του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μη υπαγομένη στις εξαιρέσεις του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 4640/2019;

Εν πρώτοις, ο Νόμος 4640/ 2019 δεν περιέχει καμία διάταξη με την οποία να διαφοροποιούνται τα ποσά της αμοιβής του διαμεσολαβητή, η οποία κατ’ αρχήν συμφωνείται ελεύθερα μεταξύ εκείνου  και των μερών,  με έγγραφη συμφωνία τους, άλλως η ελάχιστη αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται από τον ίδιο τον Νόμο .

 

Στο ερώτημα δεν διευκρινίζεται εάν πρόκειται περί αμοιβής του διαμεσολαβητή για την  διεξαγωγή ΥΑΣΔ ή  περί αμοιβής του διαμεσολαβητή για την διεξαγωγή πλήρους διαμεσολάβησης.

Στην πρώτη περίπτωση, ίσως η αναφερόμενη εταιρεία, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αμοιβή του διαμεσολαβητή για την διεξαγωγή ΥΑΣΔ  ανέρχεται σε πόσο 50 €,που  βαρύνει και τα δύο μέρη κατ’ ισομοιρία, θεωρεί ότι υποχρεούται να καταβάλει μόνο το ήμισυ,  δηλαδή ποσό 25 €, αντιπαρερχόμενη όμως την διάταξη του Νόμου σύμφωνα με την οποία το ποσό των 50 € προκαταβάλλεται από το επισπεύδον μέρος.  Εάν πρόκειται περί πλήρους διαμεσολάβησης,  η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται σε ποσό  80 € για κάθε ώρα και βαρύνει κατ’ ισομοιρία και τα δύο μέρη.

 

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 51 /2021

ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Εάν αποτελεί κώλυμα για τον ασκούντα το επάγγελμα του Δικαστικού Επιμελητή να είναι παράλληλα Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής;

 

Κατά την  διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 2318/1995 (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ) « 1. Ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός», ενώ κατά την διάταξη  του άρθρου 41 παρ. 1 του ιδίου νόμου  «1. Είναι ασυμβίβαστη προς το λειτούργημα του δικαστικού επιμελητή η άσκηση: α) κάθε έμμισθης υπηρεσίας στο Δημόσιο, τους δήμους, τις κοινότητες και τον κατά τις κείμενες διατάξεις ευρύτερο δημόσιο τομέα, εκτός αν ο νόμος ρητά το επιτρέπει και β) κάθε άλλου επαγγέλματος, καθώς και έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο». Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι ο δικαστικός επιμελητής δεν δύναται να ασκεί παραλλήλως και το επάγγελμα του διαμεσολαβητή. Και είναι αληθές  ότι,  εκ της ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 4640/2019 δύναται να συναχθή ότι η άσκηση του επαγγέλματος του δικαστικού επιμελητή δεν συνιστά κώλυμα για τη άσκηση του επαγγέλματος του διαμεσολαβητή. Παρά ταύτα υπερισχύει η ρύθμιση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 41 του  Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών, ως ειδικότερη.

Επισημαίνεται ότι, εάν παύσει η ιδιότητα του δικαστικού επιμελητή, δύναται ο ενδιαφερόμενος να καταστή διαμεσολαβητής, εφ’  όσον συγκεντρώνει στο πρόσωπο του τις τυπικές και ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στον Ν.4640/2019.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ:  Κυριάκος Οικονόμου

ΑΡΙΘΜΟΣ  52 /2021

Εν όψει καταθέσεως αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα την παράλειψη στο μέλλον προσβολής της προσωπικότητος φυσικού προσώπου, με βάση προηγούμενη προσβολή,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ:

 α) Εάν για την  συγκεκριμένη διαφορά είναι απαραίτητη η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, και

β) Εάν, σε περίπτωση κατά την οποία ο αντίδικος συνομολογήσει το ανωτέρω αίτημα της αγωγής κατόπιν επιτυχούς διαδικασίας διαμεσολάβησης, είναι  νόμω επιτρεπτή  η σύνταξη  σχετικού πρακτικού, κατά τα  προβλεπόμενα στο Κώδικα άρθρο 947 ΚΠολΔ

Επί των υποβληθέντων ερωτημάτων έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

 

Κατά το άρθρο 3  παρ. 1 του ν. 4640/2019 « 1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά το άρθρο 6  παρ. 1 ιδίου νόμου « 1.Οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς: … β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας»

Όπως ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, προκειμένου να προσφύγουν στην διαμεσολάβηση, τα μέρη πρέπει να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελευθέρως το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή αυτό να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα. Αντιθέτως, αποκλείεται η υπαγωγή στη διαμεσολάβηση των διαφορών που αφορούν σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που δεν είναι απαλλοτριωτά. Οι δικαιούχοι των δικαιωμάτων αυτών δεν έχουν εξουσία ελεύθερης διαθέσεώς τους και η διάγνωση των σχετικών εννόμων σχέσεων δύναται να γίνει μόνο από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια. Εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς υπάρχει όταν τα μέρη έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δικαίωμα να αποφασίζουν ελευθέρως εάν θα  επιδιώξουν  δικαστικώς ή όχι την προστασία του συγκεκριμένου δικαιώματος τους, εάν θα το περιορίσουν ή εάν θα παραιτηθούν από αυτό,  εάν το δικαίωμα και η περί αυτό διαφορά εν γένει είναι δεκτικά συμβιβασμού. Αδιάφορο είναι εάν το δικαίωμα είναι αποτιμητό ή όχι σε χρήμα (βλ. 13, 42, 43,45 Γνώμες Επιτροπής). Η εξουσία ελεύθερης διαθέσεως είναι έννοια σχετική όχι προς το πρόσωπο του δικαιούχου, αλλά αποτελεί ιδιότητα του συγκεκριμένου δικαιώματος που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς.

Οι διαφορές από αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ) δύνανται να υπαχθούν σε διαμεσολάβηση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς.

Ωστόσο, οι αξιώσεις λόγω προσβολής προσωπικότητος φυσικού προσώπου (άρθρο 57 ΑΚ) αφορούν ευθέως στη διατάραξη μη περιουσιακών αγαθών του ατόμου που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητά του, συνδέονται δε τόσο στενώς με την ψυχική σφαίρα του φυσικού προσώπου, που υφίσταται και την ψυχική ταραχή, η οποία εκπηγάζει από την αδικοπρακτική συμπεριφορά εις βάρος του, ώστε να μη δύνανται ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολαβήσεως, καθώς συνδέονται αρρήκτως με το δικαίωμα στην προσωπικότητα (ΑΠ  2004/2007-επί διαιτησίας– υπ’ αριθ. 22 Γνώμη Επιτροπής).

Ειδικώτερον, το άρθρο 57 ΑΚ καθιερώνει το δικαίωμα στην προσωπικότητα, θέτει τις προϋποθέσεις για την προσβολή του και καθορίζει τις αξιώσεις που γεννώνται στο πρόσωπο του προσβληθέντος. Η απόφαση που διατάσσει την παράλειψη της προσβολής εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 947 ΚΠολΔ.

Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός από την ύπαρξη αξιώσεως προς παράλειψη ή ανοχή πράξεως είναι και η άσκηση της αξιώσεως με αγωγή, εφ’ όσον η έκδοση αποφάσεως με περιεχόμενο την καταδίκη στην παράλειψη ή ανοχή προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση αντίστοιχης αγωγής και στηρίζεται στην αυθεντική διάγνωση της βασιμότητός της. Συνεπώς, η ΚΠολΔ 947 έχει εφαρμογή, μόνο όταν το περιεχόμενο τής παραλείψεως ή ανοχής αφορά στο μέλλον και η υποχρέωση για παράλειψη ή ανοχή θεμελιώνεται σε δικαστική απόφαση (βλ. ΑΠ 1627/2018). Αν δεν υπάρχει δικαστική απόφαση  ο ενδιαφερόμενος είναι ανάγκη να προσφύγει στο δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει περί της υποχρεώσεως και θα καταδικάσει τον οφειλέτη στη συγκεκριμένη παράλειψη ή ανοχή.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υπάρχει εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς λόγω προσβολής της προσωπικότητος, η οποία(διαφορά) ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής( άρθρα 57) και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας Διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς.

 Περαιτέρω, και επί τη υποθέσει επιτυχούς διαμεσολαβήσεως, το σχετικό πρακτικό δεν θα αποτελούσε τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν 4640/2019, εφ’  όσον η συγκεκριμένη συμφωνία των μερών δεν  δύναται  κατά νόμον να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως, ενώ δεν τίθεται ζήτημα  τοιαύτης εκτελέσεως σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 947 ΚΠολΔ (απειλή χρηματικής ποινής, προσωπικής κρατήσεως) κατά τα προεκτεθέντα. Εν κατακλείδι, υπό τοιούτο περιεχόμενο το πρακτικό διαμεσολάβησης δεν θα παρήγε ουσιαστικό ή δικονομικό αποτέλεσμα και ηδύνατο να προσβληθή λόγω ακυρότητος.

Επισημαίνεται ότι, η τοιαύτη απαγόρευση δεν συνδέεται με τον φύση ή τον χαρακτήρα της διαμεσολαβήσεως, ως μέσον επιλύσεως της διαφοράς, αλλά με τους υφιστάμενους περιορισμούς του νόμου.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

 ΑΡΙΘΜΟΣ 53/2021

Ερωτάται : 1) Εάν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής Υποχρεωτικής  Αρχικής  Συνεδρίας Διαμεσολάβησης  ( ΥΑΣΔ) σχετικά με αγωγή αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία 2) Εάν δεν απαιτείται ΥΑΣΔ ,πως κατοχυρώνεται ο ενάγων έναντι του Δικαστηρίου ως προς το παραδεκτό της αγωγής του 3) Εάν, σε περίπτωση Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ)  κάποιος εκ των διαδίκων  είναι κρατούμενος, συνιστά το γεγονός τούτο υποχρεωτικό λόγο μεταγωγής του από το κατάστημα κράτησης στον χώρο διεξαγωγής της ΥΑΣΔ, και εάν προβλέπεται εξειδικευμένη διαδικασία διενέργειας διαμεσολάβησης με κρατούμενους.

Επί των ανωτέρω ερωτημάτων προσήκει, κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση:

 1.Σύμφωνα με την παράγραφο 1  του άρθρου 6 του Νόμου 4640 / 2019, υποχρέωση διεξαγωγής ΥΑΣΔ υπάρχει στις περιπτώσεις των υποθέσεων, που αναφέρονται σε αυτήν, με την προϋπόθεση ότι τα μέρη έχουν εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς τους. Δηλαδή όταν αυτό είναι απαλλοτριωτό , όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα.

Οι διαφορές από αδικοπραξία (  άρθρα 914 επόμ. ΑΚ) δύνανται να υπαχθούν σε διαμεσολάβηση, εάν  οι  ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία  ελεύθερης διάθεσης  του αντικειμένου της διαφοράς.          

Ωστόσο, οι αξιώσεις φυσικού προσώπου  από ηθική βλάβη  λόγω προσβολής της  προσωπικότητας του (άρθρα 932 και 59 ΑΚ) αφορούν άμεσα στη διατάραξη μη περιουσιακών αγαθών του ατόμου, που απορρέουν από την σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητά του, συνδέονται δε τόσο στενά με την ψυχική σφαίρα του φυσικού προσώπου, που υφίσταται  την ψυχική ταραχή, η οποία εκπηγάζει από την αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του, ώστε να μη μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολάβησης, καθώς συνδέονται άρρηκτα με το δικαίωμα στην  προσωπικότητα( ΑΠ 2004/2007  επί διαιτησίας – Γνώμες Επιτροπής υπ’ αριθμ. 22  και 52/2021).Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι  το άρθρο 933ΑΚ  θέτει τον κανόνα του  ανεκχώρητου και ακληρονόμητου της αξίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης από αδικοπραξία του άρθρου 932 ΑΚ, υπογραμμίζοντας τον χαρακτήρα της ως αυστηρά προσωπικής. Αδιάφορο είναι εάν οι αξιώσεις  είναι αποτιμητές ή όχι σε χρήμα ( Γνώμες Επιτροπής υπ’ αριθμ. 13, 22, 42, 43,52/2021) .

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς από προσβολή της προσωπικότητας, η οποία ως γενεσιουργό αιτία έχει την άδικη πράξη του υπαίτιου αυτής ( άρθρα 57, 914 ΑΚ) και επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής ΥΑΣ Διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στη Διαμεσολάβηση για το σύνολο της διαφοράς. Ακόμη και για την προσβολή της υγείας  του παθόντος , ζητείται- στην προκειμένη περίπτωση -  αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος και όχι και αποζημίωση για τα οποία έξοδα, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ενδεχόμενης  νοσηλείας και εν γένει αποκατάστασης της υγείας του ,απώλεια εισοδήματος κλπ ).Για τέτοια απαίτηση  θα υπήρχε εξουσία διάθεσης και ΥΑΣΔ θα έπρεπε να γίνει σε περίπτωση αγωγής με μόνο αντικείμενο την εν λόγω απαίτηση ( και ενδεχομένως και άλλες για τις οποίες θα υπήρχε εξουσία διάθεσης).Αντιθέτως,  εάν μια τέτοια  απαίτηση σωρευόταν με απαίτηση  αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, η έλλειψη εξουσίας διάθεσης της τελευταίας, που την καθιστά  μη δεκτική υπαγωγής σε Διαμεσολάβηση, θα συμπαρέσυρε και τις υπόλοιπες απαιτήσεις για αποζημίωση υλικών ζημιών και δεν θα υπήρχε υποχρέωση διεξαγωγής ΥΑΣ .

2. Οι Γνώμες της Επιτροπής δεν είναι δεσμευτικές για κανέναν, πολλώ δε μάλλον για το Δικαστήριο.

3. Είναι προφανές ότι η Επιτροπή δεν δύναται να εκφέρει γνώμη σχετικά με την υποχρέωση του κάθε  καταστήματος κράτησης να επιτρέπει ή όχι την μεταγωγή κρατουμένων προκειμένου να συμμετάσχουν σε ΥΑΣΔ.

Σε κάθε περίπτωση, εάν δεν υπάρχει υποχρέωση του καταστήματος κράτησης να επιτρέψει τη μεταγωγή κρατουμένων προκειμένου να συμμετάσχουν σε ΥΑΣΔ υπάρχουν ,κατά την γνώμη μας ,δυο λύσεις :

     -είτε θεωρούμενης αδύνατης  της φυσικής παρουσίας αμφοτέρων των μερών και του διαμεσολαβητή στον ίδιο τόπο και χρόνο, να πραγματοποιηθεί η ΥΑΣΔ « με την διαδικασία της τηλεδιάσκεψης, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης, στον οποίο έχουν πρόσβαση τα άλλα μέρα της διαφοράς» κατ’ ανάλογη εφαρμογή στην ΥΑΣΔ(έλασσον) της παραγράφου 3 του άρθρου 5  του Νόμου 4640 / 2019, που επιτρέπει την διεξαγωγή πλήρους Διαμεσολάβησης ( μείζον ) με τηλεδιάσκεψη, εφ’ οσον συντρέχουν οι πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις

   - είτε να παραστεί στην ΥΑΣΔ, δυνάμει  εξουσιοδότησης με επικυρωμένη επ’ αυτής της υπογραφής του κρατουμένου, μόνο ο νομικός παραστάτης, κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του Ν.4640/2019,  εάν και εφ’ όσον« η φυσική παρουσία» τούτου( κρατουμένου)  «αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή…..» .

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 54 /2021

 Ερωτάται :  Εάν η κατατεθείσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αγωγή περί ερμηνείας διαθήκης υπάγεται στη υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

1.  Τα δικαστήρια δεν έχουν λειτουργική κατά νόμον αρμοδιότητα να ερμηνεύουν νομοθετικές διοικητικές ή διοικητικές πράξεις ή συμβάσεις ή γενικότερα δικαιοπραξίες, χωρίς να συνδέεται η ερμηνευόμενη νομική έννοια, προς κάποια βιοτική σχέση, υποβαλλόμενη μάλιστα σε αμφισβήτηση και γι’ αυτό δεόμενη δικαστικής ρύθμισης.

Η ερμηνεία διαθήκης δεν μπορεί να αποτελέσει αποκλειστικό αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, εκτός αν το αποτέλεσμα αυτής ( ερμηνείας) συνδέεται με ορισμένη έννομη σχέση που αμφισβητείται. Αγωγή, έχουσα ως αντικείμενο ερμηνεία διαθήκης δεν είναι νόμιμη.

2. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθ. 2 περ. 1 του ν. 4640/2019, ως ιδιωτική διαφορά, νοείται η αμφισβήτηση για την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα ιδιωτικού δικαιώματος και ως ιδιωτικά δικαιώματα νοούνται όσα αναγνωρίζονται από το ιδιωτικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, διαφορά ιδιωτικού δικαίου είναι εκείνη η οποία πηγάζει από έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου και έχει ως αντικείμενο την ύπαρξη ή ανυπαρξία ή διάπλαση της έννομης σχέσης ή τις επί μέρους εκδηλώσεις της ως προς τα υποκείμενα, το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του δικαιώματος. Με τα δεδομένα που τέθηκαν στο παραπάνω ερώτημα, η ερμηνεία διαθήκης, αυτή καθ’ αυτή, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης, πολύ δε περισσότερο να ενταχθεί στο πλάτος της έννοιας της ιδιωτικής διαφοράς. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση όπου αντικείμενο της αγωγής είναι (αποκλειστικά και μόνο) η ερμηνεία διαθήκης, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης .

3. Εάν ήθελε θεωρηθεί ότι στο ανωτέρω ερώτημα περιλαμβάνονται ή προϋποτίθενται  οι περιπτώσεις άσκησης αναγνωριστικής αγωγής κληρονομικού δικαιώματος και αναγνωριστικής αγωγής περί κλήρου, τότε πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κριτήριο για την απάντηση σε αμφότερες τις περιπτώσεις αποτελεί η ύπαρξη ή μη εξουσίας διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, όπως απαιτεί το άρθ. 3 παρ. 1 του ν. 4640/2019. Ειδικότερα, η εξουσία διάθεσης συνίσταται στην εξουσία του δικαιούχου προς απώλεια δικαιώματός του, η οποία συντελείται είτε μέσω εκποίησης είτε μέσω επιβάρυνσής του. Ακόμα, η διάθεση μπορεί να πραγματοποιείται και μέσω παραίτησης από το υπό κρίση δικαίωμα, δηλαδή εκούσια απόσβεση αυτού χωρίς να περιέρχεται σε άλλον. Τέλος, έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διάθεσης των μερών.

Περαιτέρω, η αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος, χωρίς την απόδοση των κατεχομένων από τον εναγόμενο, έχει χαρακτήρα αναγνωριστικής αγωγής. Αντικείμενο της αγωγής αυτής είναι η αναγνώριση της ύπαρξης της. Προς αποφυγή επαναλήψεων, οι θέσεις που εκφράζονται για την αναγνωριστική αγωγή κληρονομικού δικαιώματος ισχύουν και για την αναγνωριστική αγωγή περί μη ύπαρξης κληρονομικού δικαιώματος του εναγομένου. Εξάλλου, οι διατάξεις περί κληρονομικής διαδοχής (ΑΚ 1710επ., 1781επ., 1813επ.), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ενώ δεν μπορεί να νοηθεί παραίτηση από το κληρονομικό δικαίωμα, παρά μόνο αποποίηση από την κληρονομιαία περιουσία. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς, στην εν λόγω υποπερίπτωση, εντεύθεν, δεν απαιτείται η διεξαγωγή υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης .

.Αντίθετα, στην περίπτωση της αγωγής περί κλήρου, η περί της οποίας αξίωση αποτελεί περιουσιακή τοιαύτη και το  αντικείμενο της διαφοράς είναι δεκτικό διάθεσης,  είναι απαραίτητη η διεξαγωγή υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης .

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

Εισηγήτρια: Βασιλική Αθανάσογλου, Αναπληρωματικό Μέλος ΚΕΔ, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Δικηγόρος Αθηνών και Δικηγόρος Ντίσελντορφ (Rechtsanwältin)

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 55 /2021

 Το  ερώτημα είναι:  Εάν νομιμοποιείται η Προϊσταμένη Κτηματολογικού Γραφείου να αρνηθεί την καταχώριση στα οικεία βιβλία εγγραφών πρακτικού επιτυχούς διαμεσολάβησης, το οποίο έχει κατατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου 4640/2019 στην Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου, επικαλούμενη έλλειψη στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή της  ιδιότητας του κτηματολογικού διαμεσολαβητή, ενώ μέχρι και σήμερα εκκρεμεί η  σχετική διαδικασία  και δεν έχει καταρτιστεί το προβλεπόμενο από το άρθρο 53 του Νόμου 4821 / 2021 μητρώο κτηματολογικών διαμεσολαβητών;

 

Επί του πιο πάνω ερωτήματος  προσήκει ,κατά την άποψη μας, η εξής απάντηση:

 

Ο Νόμος 2664/1998,όπως τροποποιηθείς μέχρι και με τον Νόμο  4821/2021 ισχύει, προβλέπει στην παράγραφο 2(δ) του άρθρου 6 αυτού ότι « Πριν από την συζήτηση της αγωγής της περίπτωσης (α) και επί ποινή απαράδεκτου της συζήτησης, ο ενάγων οφείλει να καλέσει, με την αγωγή ή με ιδιαίτερο δικόγραφο, όλους τους εναγομένους σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ενώπιον κτηματολογικού διαμεσολαβητή που επιλέγεται  από  Ειδικό Μητρώο , το οποίο καταρτίζεται και τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης του άρθρου 10 του Νόμου 4640 / 2019……… Σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, το πρακτικό του διαμεσολαβητή καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο και διορθώνεται η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή …..Ως προς τα ζητήματα σχετικά με την διαδικασία της υποχρεωτικής αρχικής  συνεδρία διαμεσολάβησης,  το περιεχόμενο και την ισχύ του πρακτικού διαμεσολάβησης εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου, στο άρθρο 7  και στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 8  του Νόμου 4640 / 2019».

Εξάλλου,  ο Νόμος 4821 / 2021, προβλέπει στην παράγραφο 1 του  άρθρου  53 αυτού ότι : «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία εγγραφής  κτηματολογικών διαμεσολαβητών στο Μητρώο της περίπτωσης (δ) της παραγράφου 2  του άρθρου 6  του Νόμου 2664 / 1998, η έναρξη της υποχρέωσης προσφυγής σε αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την κατάρτιση και την τήρηση του Μητρώου.»

Είναι σαφές ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα των εν λόγω Νόμων αναφέρονται σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης –ΥΑΣ, όπου – σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Νόμου 4640/2019– εάν τα μέρη δεν συμφωνήσουν ως προς το  πρόσωπο  διαμεσολαβητή κοινής αποδοχής τους ή εάν το ένα μέρος  δεν συμφωνήσει ως προς το πρόσωπο διαμεσολαβητή επιλογής του επισπεύδοντος μέρους, τότε ο διαμεσολαβητής διορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης με επιμέλεια του επισπεύδοντος μέρους. Ο διορισμός γίνεται  από το Ειδικό  Μητρώο Διαμεσολαβητών, του άρθρου 29 του Νόμου 4640/2019, που τηρείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Είναι σαφές, επίσης, ότι, όταν εκδοθεί η Κοινή Υπουργική Απόφαση ,που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 53 του Νόμου 4821/2021, τότε η ΥΑΣ  θα διεξάγεται από κτηματολογικό διαμεσολαβητή, σε όσες κτηματολογικές υποθέσεις προβλέπεται .

Στην προκειμένη περίπτωση ο ερώτων διαμεσολαβητής δεν  διεξήγαγε ΥΑΣ  αλλά πλήρη εκούσια διαμεσολάβηση, στην οποία ο διαμεσολαβητής – σύμφωνα  με τις σχετικές διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5του Νόμου 4640/2019 -  διορίζεται από κοινού από τους ενδιαφερόμενους ή από τρίτο πρόσωπο της κοινής τους επιλογής,  συμπεριλαμβανομένων των Κέντρων Διαμεσολάβησης, χωρίς να τίθεται θέμα επιλογής του από κάποιο Μητρώο Διαμεσολαβητών.

Κατά συνέπεια, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 53 του Νόμου 4821/  2021 και η διάταξη της παραγράφου 2(δ)  του άρθρου 6  του Νόμου 2644/1998, όπως αυτός ισχύει, δεν τυγχάνουν  εφαρμογής στην υπόθεση που ετέθη υπ’ όψη μας και το  πρακτικό επιτυχούς περαίωσης εκούσιας διαμεσολάβησης, το οποίο, μετά την κατάθεση του στην Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου, έχει καταστεί τίτλος εκτελεστός,  δύναται  δε να μεταγραφεί τόσο στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου, όσο και σε εκείνα του Κτηματολογίου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 1192 ΑΚ, εφ’  όσον τα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, των οποίων ζητούν την αναγνώριση  οι ενάγουσες, αποκτήθηκαν με χρησικτησία.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 56 /2021

Το  ερώτημα είναι: Εάν, επί   νομοτύπως διενεργηθείσης  ΥΑΣ, για την οποίας συνετάγη πρακτικό περάτωσης, προβλέπεται η δυνατότητα επανάληψης ταύτης, λόγω μη παραστάσεως του επισπεύδοντος μέρους, το οποίο μεταγενέστερα ζητεί  την επανάληψη επικαλούμενο λόγο  ανωτέρας βίας;

Επί του πιο πάνω ερωτήματος προσήκει ,κατά την γνώμη μας, η εξής απάντηση:

Σύμφωνα με το άρθ.7 Ν.4640/19 : §3.«Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός είκοσι (20) ημερών από την επομένη της αποστολής στον διαμεσολαβητή του αιτήματος προσφυγής στη διαδικασία διαμεσολάβησης από το επισπεύδον μέρος. Αν κάποιο από τα μέρη διαμένει στο εξωτερικό η ως άνω προθεσμία παρεκτείνεται έως την τριακοστή (30ή) ημέρα από την επομένη της αποστολής του αιτήματος στον διαμεσολαβητή. ………..» § 4.«Μετά το πέρας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες …………….κατατίθεται στο δικαστήριο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης μαζί με τις προτάσεις. Στο πρακτικό αυτό αναγράφεται υποχρεωτικά ο τρόπος γνωστοποίησης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας στα μέρη και η συμμετοχή τους ή μη σε αυτήν.» § 5.«Στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία τα μέρη παρίστανται μαζί με νομικό παραστάτη ………………… Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία δυνάμει εξουσιοδότησης μόνη η συμμετοχή του νομικού παραστάτη του μέρους, του οποίου αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία, ιδίως, στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζει δυσκολία μετακίνησης λόγω σοβαρής ασθένειας ή αν δεν υπάρχει δυνατότητα τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης ή αν είναι κάτοικος εξωτερικού.» § 6.«Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς δύναται να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, παρότι έχει κληθεί προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, χρηματική ποινή ……………. συνεκτιμώμενης της εν γένει συμπεριφοράς του και των λόγων μη προσέλευσης. ……»

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι, εφόσον τηρήθηκαν τα εκ του νόμου προβλεπόμενα και ολοκληρώθηκε η διαδικασία της ΥΑΣΔ, οι έννομες συνέπειες αυτής επήλθαν και δεν προβλέπεται η επανάληψη αυτής.

Η μεταγενέστερη επίκληση λόγων ανωτέρας βίας, δεν δύναται να προβληθούν στο διαμεσολαβητή, καθώς είναι αναρμόδιος να κρίνει.

Αρμόδιο όργανο είναι το δικαστήριο το οποίο θα επιληφθεί της υποθέσεως και θα αποφανθεί σύμφωνα με την ανωτέρω § 6.

Επισημαίνεται ότι, εάν και εφόσον συμφωνήσουν τα μέρη, δύνανται να υπαχθούν στην εκούσια διαμεσολάβηση.

          

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ:  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΜ. ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ  – ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΟΣ  ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ

              ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 57 /2021

ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Εάν υπάγεται στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ), κατ' άρθρο 6 του Ν.4640/2019, η διαφορά που ανακύπτει από την άσκηση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (Τακτική Διαδικασία), αγωγής ακυρότητας δικαιοπραξίας λόγω εικονικότητας.

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με την παράγραφο 1  του άρθρου 6 του Νόμου 4640 / 2019, υποχρέωση διεξαγωγής ΥΑΣΔ υπάρχει στις περιπτώσεις των υποθέσεων, που αναφέρονται σε αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς τους. (βλ.13, 22, 42, 43,52, 53/2021 Γνώμες Επιτροπής).Τοιαύτη εξουσία δεν υφίσταται επί αναγνωρίσεως ακυρότητος δικαιοπραξίας λόγω εικονικότητος( άρθρα 138,180 του ΑΚ), εντεύθεν για την συγκεκριμένη διαφορά   δεν υπάρχει υποχρέωση διεξαγωγής υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας Διαμεσολάβησης, αλλά και δυνατότητα προσφυγής στην Διαμεσολάβηση.

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ  Κυριάκος Οικονόμου

ΑΡΙΘΜΟΣ 58/2021

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ : Εάν  είναι υποχρεωτική η  διαδικασία πραγματοποίησης της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης,  όταν το μέρος της διαφοράς, είναι άγνωστης διαμονής,

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Εκ της γραμματικής ερμηνείας  των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1-5 ν. 4640/2019 – στις οποίες περιγράφεται λεπτομερώς η διαδικασία της Υποχρεωτικής  Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης, και δη  η επικοινωνία των μερών και του διαμεσολαβητή, οι προϋποθέσεις διορισμού τούτου από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης και αποδοχής διορισμού, η παρέκταση της προθεσμίας για την διεξαγωγή της συνεδρίας, λόγω διαμονής διαδίκου μέρους στο εξωτερικό, η υπογραφή του συντασσομένου πρακτικού από τον διαμεσολαβητή και όλους τους συμμετέχοντες, καθώς και η παράσταση των μερών μαζί με τον  νομικό τους παραστάτη  –  προκύπτει σαφώς ότι η υποχρεωτική υπαγωγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εφαρμόζεται όταν η πρόσκληση για προσφυγή σε αυτή περιλαμβάνει πρόσωπο ή πρόσωπα αγνώστου διαμονής.  Τούτο συνάγεται αναμφιβόλως και εκ της τελολογικής  ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και εκ της βουλήσεως του νομοθέτη, εφ’  όσον η διαμεσολάβηση, και κατά την υποχρεωτική διαδικασία, προϋποθέτει αναγκαίως ενεργό δυνατότητα των  μερών προς υπαγωγή σε αυτήν, προϋπόθεση η οποία δεν δύναται να τηρηθεί όταν  ο αντίδικος του επισπεύδοντος είναι άγνωστης διαμονής.

 Πρέπει να λεχθή ότι εξαίρεση αυτή διετυπώνετο  ρητώς στο καταργηθέν άρθρο 182 παρ. 5  ν. 4512/2018, δεν περιελήφθη δε στο οικείο άρθρο του ισχύοντος νόμου, για να μη υπάρξει καταστρατήγηση της ρυθμίσεως προς αποφυγήν της υποχρεωτικής συνεδρίας, και έτσι αφέθη  η εξαίρεση να προκύπτει εκ της ερμηνείας.

Επισημαίνεται ενταύθα ότι, σε περίπτωση ψευδούς  εμφανίσεως της διαμονής του αντιδίκου του ως άγνωστης  εκ μέρους του  επισπεύδοντος, είναι προφανές ότι, κατόπιν  προβολής σχετικού ισχυρισμού,  θα επέλθη ως συνέπεια το απαράδεκτο της συζητήσεως της αγωγής ( άρθρο 6 παρ. 1 τελ. εδαφ.) λόγω μη τηρήσεως της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Αντιθέτως, εάν ο  ίδιος αντίδικος του επισπεύδοντος μεθοδεύσει άγνωστη διαμονή του, τότε δεν θα δύναται να επικαλεσθή στο δικαστήριο το απαράδεκτο της συζητήσεως.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

      ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ K. OIKONOMOY

ΑΡΙΘΜΟΣ 59 /2021

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: Αν μετά από την διενέργεια ΥΑΣ, κατά την οποία δεν παραστάθηκε το έτερο μέρος, η διαμεσολαβήτρια έχει  δικαίωμα ή υποχρέωση να χορηγήσει  στο έτερο μέρος ( που δεν παραστάθηκε) αντίγραφο του Πρακτικού ΥΑΣ, το οποίο της ζητήθηκε.

Επί του πιο πάνω ερωτήματος  προσήκει, κατά την άποψη μας, η εξής απάντηση:

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του Νόμου Ν.4640/2019«Μετά το πέρας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες και αν επακολουθήσει άσκηση αγωγής ή αν έχει ήδη ασκηθεί, αυτό κατατίθεται στο δικαστήριο επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης μαζί με τις προτάσεις. Στο πρακτικό αυτό αναγράφεται υποχρεωτικά ο τρόπος γνωστοποίησης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας στα μέρη και η συμμετοχή τους ή μη σε αυτήν.»

Εξ άλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου «Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς δύναται να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, παρότι έχει κληθεί προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, χρηματική ποινή η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκατό (100) ευρώ και μεγαλύτερη από πεντακόσια (500) ευρώ, συνεκτιμώμενης της εν γένει συμπεριφοράς του και των λόγων μη προσέλευσης.»

Από τα ανωτέρω προκύπτει αναμφίβολα ότι και το μέρος, το οποίο δεν παραστάθηκε κατά την ΥΑΣ, έχει δικαίωμα και έννομο συμφέρον να λάβει  αντίγραφο του Πρακτικού περαίωσης της ΥΑΣ, δεδομένου ότι , από τα αναφερόμενα υποχρεωτικά  κατά Νόμο στοιχεία, μπορεί να αρυσθεί, ενδεχομένως, επιχειρήματα τα οποία, συνεκτιμωμένων των λόγων μη προσέλευσης τους ( όπως ο μη σύννομος τρόπος γνωστοποίησης της ΥΑΣ) να  επιτρέψουν στο Δικαστήριο την μη επιβολή σε αυτόν των ποινών του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 7 του Νόμου 4640/2019.

 

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 60 /2021

 ΙΣΤΟΡΙΚΟ: α) Την 31-5-2021, το επισπεύδον μέρος επανέφερε, με κλήση επαναπροσδιορισμού ματαιωθείσας συζήτησης, την από 9-1-2011 αγωγή του, κατατεθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου την 11-2-2011, έχουσα ως περιεχόμενο την αναγνώριση κυριότητος ακινήτου, ως νέα δε συζήτηση της αγωγής ωρίσθη η 17-3-2023.

  β)   Την 2-6-2021, εκκρεμούσης της ως άνω αγωγής, το επισπεύδον μέρος άσκησε συμπληρωματική αγωγή, με αίτημα αυτό  της κύριας αγωγής, επί πλέον δε εζήτησε να υποχρεωθή η εναγομένη να παύσει οιαδήποτε διατάραξη του δικαιώματος κυριότητός του.  

ΕΡΩΤΑΤΑΙ:

Α.  Εάν κύρια αγωγή, η οποία είχε ασκηθή προ της ισχύος του Ν. 4640/2019 και η οποία, κατόπιν ματαιώσεως της συζήτησής της την 1-02-2013, επαναπροσδιορίσθηκε στο χρόνο ισχύος του νόμου,  υπόκειται σε ΥΑΣΔ;

Β.  Εάν συμπληρωματική αγωγή, η οποία κατ’ αντικείμενο φαίνεται ότι υπάγεται στο Ν. 4640/2019, αρ. 6 παρ. 1 β’ και ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου της κύριας αγωγής και την  οποία ο ενάγων στο δικόγραφο χαρακτηρίζει ως «ενιαίο όλο» με την κύρια αγωγή, μπορεί να είναι αυτοτελώς αντικείμενο ΥΑΣΔ, εφ’  όσον εκκρεμεί η συζήτηση της κύριας αγωγής; 

Επί του ανωτέρω ερωτημάτων  έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Α. Επί του πρώτου:

Κατά το άρθρο  44 του Ν. 4640/2019,η ισχύς του νόμου τούτου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως(30/11/2019), πλην των άρθρων 6 και 7 του παρόντος, τα οποία τίθενται σε ισχύ και καταλαμβάνουν τις αγωγές που κατατίθενται μετά την παρέλευση των κατωτέρω ημερομηνιών, ως εξής: … β) από τη 15η Μαρτίου 2020 για τις διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Υπό τα εκτεθέντα στο ιστορικό περιστατικά η αγωγή ασκήθηκε προ της 15ης Μαρτίου 2020, εντεύθεν η δι’ αυτής εισαγομένη διαφορά δεν υπάγεται στην  υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 6 και 7 του ανωτέρω νόμου, τα οποία καταλαμβάνουν τις κατατεθείσες μετά την 15-3-2020 αγωγές.

Α. Επί του δευτέρου:  Εφ’  όσον πρόκειται περί παρεμπιπτούσης αγωγής άρθρ. 283 ΚΠολΔ), μεταξύ των αυτών  ως προς την κυρία αγωγή διαδίκων,  περιεχούσης αίτηση διαφορετική ή ευρύτερη από την αίτηση της κύριας αγωγής, πλην μη  αυτοτελή τοιαύτη –  η οποία τείνει απλώς σε ενίσχυση η συμπλήρωση της κυρίας, αποτελούσης μετ’ αυτής εν όλον  και της οποίας η εξέταση  προϋποθέτει αναγκαία τη διερεύνηση του κύριου ζητήματος – δεν τίθεται ζήτημα υπαγωγής της εντεύθεν εισαγομένης διαφοράς, αυτοτελώς, σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.

Κατά ταύτα στην συγκεκριμένη υπόθεση, εφ’ όσον η κυρία αγωγή δεν υπάγεται σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία, ούτε η παρεμπίπτουσα, συμπληρωματικώς ασκηθείσα  τοιαύτη υπάγεται, διότι θεμελιώνεται  στην αυτή νομική βάση  και στο αυτό  αίτημα (αναγνώριση κυριότητος) υποβάλλεται δι’  αυτής απλώς συμπληρωματικό αίτημα( το οποίο είναι και μη νόμιμο, εφ’ όσον προσήκει σε αρνητική αγωγή).

Επισημαίνεται ότι, κατά την γνώμη μας, η διαμεσολαβήτρια δύναται να αποδεχθή τον διορισμό της – άλλως το ζήτημα θα μεταφέρεται στους επόμενους διαμεσολαβητές που  τυχόν θα ορισθούν –  και να γνωστοποίηση  στους διαδίκους, κατά την  ενώπιον της διαδικασία ότι  η προκειμένη διαφορά δεν υπάγεται κατά νόμον σε ΥΑΣΔ.

 

                                                                    

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ K. OIKONOMOY

ΑΡΙΘΜΟΣ 61 /2021

ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Την 14-9-2021 είχε αποσταλεί γνωστοποίηση – πρόσκληση της διαμεσολαβήτριας για τη διεξαγωγή της ΥΑΣΔ (την 21-9-2021), η οποία,  λόγω κωλύματος, τελικώς διεξήχθη σε μεταγενέστερη ημερομηνία,  και δη την 26-9-2021, κατόπιν αποστολής την 20-9-2021 νέας γνωστοποίησης – προσκλήσεως. Η πρώτη (14-9-2021) γνωστοποίηση – πρόσκληση, εστάλη χωρίς το πλήρες λεκτικό του Εντύπου 3, αλλά περιείχε την ημερομηνία τόπο και ώρα διεξαγωγής της ΥΑΣΔ και επισυνάφθηκε το φύλλο βασικών στοιχείων. Κατά την ολοκλήρωση της ΥΑΣΔ την 26-09-2021, δεν υπογράφηκε αυθημερόν από όλους τους παρισταμένους το πρακτικό περάτωσης ΥΑΣΔ και ο τελευταίος υπόγραψε την 29-09-2021.

ΕΡΩΤΑΤΑΙ:

α) Στην ανωτέρω περίπτωση, πότε άρχετε η αναστολή των δικονομικών προθεσμιών των άρθρων 237 & 238 ΚΠολΔ, κατά την αρχική ή τη μεταγενέστερη γνωστοποίηση – πρόσκληση ;

β) πότε παύει η αναστολή των προθεσμιών;

Επί του ανωτέρω ερωτημάτων  έχομε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

Σύμφωνα με το άρθ.7§2 εδ. βΝ.4640/19: «Ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με κάθε πρόσφορο μέσο με τα μέρη για τον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης».

Σύμφωνα με το άρθ.7§4Ν.4640/19: «Μετά το πέρας της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας συντάσσεται πρακτικό από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες… Στο πρακτικό αυτό αναγράφεται υποχρεωτικά… στα μέρη και η συμμετοχή τους ή μη σε αυτήν».

Σύμφωνα με το άρθ.9§1Ν.4640/19: «Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας… αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων… καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ., για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης».

Σύμφωνα με το άρθ.9§2Ν.4640/19: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 261, 262 και 263 ΑΚ, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου που ανεστάλησαν, συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας… ή της με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει αιρέσεις ή προθεσμίες ή οποιονδήποτε άλλον όρο …συνεχίζονται από την πλήρωση της αιρέσεως ή του όρου ή την παρέλευση της προθεσμίας».

Σύμφωνα με το άρθ.9§3Ν.4640/19: «Οι δικονομικές προθεσμίες της παραγράφου 1 συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας ή από την επίδοση …ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης…».

Εν προκειμένω, εγκύρως η διαμεσολαβήτρια απέστειλε στις 14-09-2021 τη γνωστοποίηση- πρόσκληση, η οποία περιείχε όλα τα εκ του νόμου οριζόμενα (άρθ.7§2 εδ. β) ήτοι ημερομηνία και τόπο διεξαγωγής ΥΑΣΔ, επισυνάπτοντας και το φύλλο βασικών στοιχείων, οπότε και ανεστάλησαν όλες οι προθεσμίες (αρθ.9§1), οι οποίες συνεχίστηκαν από τη σύνταξη του πρακτικού (αρθ. 9§2, §3).

Το γεγονός ότι :

α)  αναβλήθηκε προς διεξαγωγή σε μεταγενέστερη ημερομηνία (εντός της νομίμου προθεσμίας /20μερο /αρθ.7§3), με νεότερη γνωστοποίηση – πρόσκληση, δεν αποτελεί νέα διαδικασία, αλλά συνέχιση της αρχικής, ακόμη και στην τυχόν περίπτωση, ενδιάμεσης αλλαγής στο πρόσωπο του νομικού παραστάτη  οιουδήποτε εκ των μερών,

β)  οποιοδήποτε από τα μέρη, έθεσε – για οποιοδήποτε λόγο - την υπογραφή του επί του πρακτικού περάτωσης ΥΑΣΔ, σε μεταγενέστερη της διεξαγωγής ημερομηνία, δεν αποτελεί λόγο μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας της ΥΑΣΔ, η οποία επέρχεται με οποιοδήποτε τρόπο (αρθ.9§2,§3) και συνεχίζονται οι ως άνω προθεσμίες.

Εφόσον, το μέρος παραστάθηκε και επιβεβαιώνεται από το διαμεσολαβητή, η μεταγενέστερη υπογραφή του πρακτικού,  αποτελεί  πλήρη απόδειξη της επιβεβαίωσης του περιεχομένου αυτού.

Συνεπώς, στην εν λόγω περίπτωση, η αναστολή των προθεσμιών των άρθρων 237 & 238 ΚΠολΔ άρχεται την 14-09-2021, δηλαδή την ημερομηνία της πρώτης γνωστοποίησης-πρόσκλησης από την διαμεσολαβήτρια,   και παύει την 26-09-2021, δηλαδή την ημερομηνία συντάξεως του πρακτικού από την διαμεσολαβήτρια, αφ’  ης( ημερομηνίας) οι προθεσμίες αυτές συνεχίζονται.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΜ. ΑΛΧΑΝΑΤΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ  – ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΟΣ  ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ

ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 62 /2021

ΕΡΩΤΑΤΑΙ:  Εάν  απαιτείται και εκ μέρους του εναγομένου να προσκομιστεί έντυπο έγγραφης ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, υπογεγραμμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τούτου;

Επί του πιο πάνω ερωτήματος  προσήκει ,κατά την άποψη μας ,η εξής απάντηση:

Παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς από το άρθρο 3 του Ν.  4640/ 2019 , ο δικηγόρος του εναγομένου οφείλει να ενημερώνει τον εντολέα του και για την δυνατότητα εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 3 του νέου Κώδικα Δικηγόρων ( Ν. 4194 / 2013). Κατά συνέπεια , πρέπει να προσκομιστεί έγγραφο ενημέρωσης και του εναγομένου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και να κατατεθεί μαζί με τις προτάσεις.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

       Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

 

 ΑΡΙΘΜΟΣ 63/2021

ΕΡΩΤΑΤΑΙ:  Εάν,  μετά τον θάνατο της αρχικής  εντολέως δικηγόρου, για την οποία είχε συνταγή  το έγγραφο της ενημέρωσης, πρέπει ο κληρονόμος αυτής να προσκομίσει δικό του έγγραφο ενημέρωσης στο δικαστήριο και  με ποια ημερομηνία.

Επί του πιο πάνω ερωτήματος, προσήκει, κατά την άποψη μας ,η εξής απάντηση :

Χρόνος επαγωγής της κληρονομίας είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου( άρθρο 1711 ( ΑΚ) .Μόλις γίνει η επαγωγή, ο κληρονόμος αποκτά την κληρονομία αυτοδικαίως (άρθρο 1846 ΑΚ) καθιστάμενος προσωρινός κληρονόμος, αφού δικαιούται να την αποποιηθεί  εντός της τετράμηνης προθεσμίας ,την οποία τάσσει ο Νόμος. Η κληρονομιά είναι το σύνολο της περιουσίας του κληρονομουμένου κατά τον χρόνο του θανάτου του( άρθρο 1710 ΑΚ).Κατά συνέπεια, ο κληρονόμος υπεισέρχεται στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του θανόντος.

Εξάλλου, ο θάνατος διάδικου  αποτελεί λόγο  διακοπής της δίκης εάν ο διάδικος αποβιώσει μέχρι να τελειώσει η προφορική  συζήτηση , μετά το πέρας της οποίας εκδίδεται η οριστική απόφαση (άρθρο 286 περίπτωση α΄ ΚΠολΔ - ΑΠ 827/2017).

 Αν ο λόγος διακοπής της δίκης είναι  ο θάνατος του αρχικού διαδίκου, ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη  δίκη ( ΑΠ 148/2017)  με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του .Το  δικαίωμα  επανάληψης της δίκης  έχει και ο αντίδικος του αρχικού διάδικου .

Στην προκειμένη περίπτωση, η δίκη  έχει διακοπεί λόγω θανάτου της αρχικής εντολέως της ερωτώσας δικηγόρου. Από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι η δίκη συνεχίζεται, είναι δε αδιάφορο εάν αυτό συμβαίνει με πρωτοβουλία του κληρονόμου της κληρονομούμενης διάδικου  ή του  αντιδίκου της .

Από τα ανωτέρω προκύπτει ,επίσης,  ότι ο κληρονόμος έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κληρονομουμένης, τεκμαιρομένου ότι –μετέχοντας της δίκης –  έχει αποδεχθεί την κληρονομία σιωπηρά, είτε κατόπιν επανάληψης της  με δική του πρωτοβουλία ή με πρωτοβουλία του αντιδίκου της θανούσης .

Κατά συνέπεια, οφείλει και  εκείνος να προσκομίσει έγγραφο δικής του  ενημέρωσης, με  ημερομηνία μεταγενέστερη του θανάτου της κληρονομούμενης και  μετά την επανάληψη της δικής προκειμένου  να προκύπτει εξ αυτής ότι ο κληρονόμος αποδέχτηκε σιωπηρά την κληρονομία  και κατά συνέπεια υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής διάδικου .

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης ε.τ

ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ:  Κατερίνα Κωτσάκη  Δικηγόρος ε.τ.

Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπουργείου Δικαιοσύνης –MCIArb

Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών

« Πρόεδρος ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ»

«αναπλ. Μέλος της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ του

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ».

ΑΡΙΘΜΟΣ  64/2021

 ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Εάν, κατά την διαδικασία  στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης, κωλύεται να προσέλθη δια λόγους υγείας κάποιος εκ των επισπευδόντων, δύναται ούτος να συμμετάσχη μέσω του νομικού του παραστάτη, ο οποίος είναι συγγενής και ομόδικος του κωλυομένου, ποίος δε είναι ο νόμιμος τρόπος παροχής της σχετικής εξουσιοδοτήσεως;

Επί του υποβληθέντος ερωτήματος έχουμε την γνώμη ότι προσήκει η κατωτέρω αναφερομένη απάντηση:

 Κατά τα  εδαφ. α΄ και γ΄  της παραγράφου  5  του άρθρου 7 του Νόμου 4640 / 2019  « 5.Στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία τα μέρη παρίστανται μαζί με νομικό παραστάτη, του οποίου η αμοιβή συμφωνείται ελεύθερα. ... Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία δυνάμει εξουσιοδότησης μόνη η συμμετοχή του νομικού παραστάτη του μέρους, του οποίου αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία, ιδίως, στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζει δυσκολία μετακίνησης λόγω σοβαρής ασθένειας ή αν δεν υπάρχει δυνατότητα τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης ή αν είναι κάτοικος εξωτερικού».

Βάσει των ανωτέρω ρυθμίσεων, όταν συντρέχει περίπτωση, κατά την οποία δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία μέρους στην διαδικασία της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης, ερευνάται, κατ’  αρχάς, εάν υπάρχει η δυνατότητα πραγματοποιήσεως τηλεδιάσκεψης με συμμετοχή του απόντος μέρους και εξουσιοδότηση στο νομικό του παραστάτη να υπογράψει το πρακτικό διεξαγωγής της ΥΑΣΔ.

 Εάν τούτο δεν καθίσταται δυνατόν, κατόπιν επικλήσεως των ανωτέρω αναφερομένων λόγων, επιτρέπεται η συμμετοχή  του κωλυομένου μέρους στην ΥΑΣΔ μέσω του νομικού του παραστάτη προς τον οποίο πρέπει να παρασχεθή έγγραφη εξουσιοδότηση  με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής.

 Στην συγκεκριμένη περίπτωση  κρίνεται ότι, εφ’ όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, είναι δυνατή  η εκπροσώπηση της κωλυομένης διαδίκου από την δικηγόρο συγγενή της –  με την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων –  ενώ κρίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα ότι η νομική παραστάτις είναι ομόδικος της στην εισαγόμενη προς ΥΑΣΔ διαφορά.

 

Εκ μέρους της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων:

Κυριάκος Οικονόμου, Αρεοπαγίτης, ε.τ.

                                 ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ K. OIKONOMOY